τι εστί... εαυτός;

Ο εαυτός συνιστά ένα βασικό σημείο αναφοράς της ανθρώπινης εμπειρίας και έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας ιδιαίτερου ενδιαφέροντος στους χώρους των ανθρωπιστικών επιστημών. Η έννοια του εαυτού απασχόλησε τους φιλοσόφους ήδη από την αρχαιότητα καθώς για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους ο εαυτός νοείται ως ψυχή, νους ή πνεύμα. Η γνώση του εαυτού κατά το δελφικό ρητό “γνώθι σαυτόν” υπήρξε κεντρικό σημείο στη διδασκαλία του Σωκράτη. Σύμφωνα με το φιλόσοφο, η ηθική βελτίωση των ανθρώπων επιτυγχάνεται με την απόφαση να δουλέψουν οι ίδιοι πάνω στον εαυτό τους. Η αναζήτηση και η ανακάλυψη του εαυτού γίνεται μέσα από την ενδοσκόπηση και τη διαλεκτική μέσα από την επικοινωνία με τους άλλους. Η αυτεπίγνωση αποτελεί μέχρι και σήμερα τον πιο ουσιαστικό και ίσως πιο δύσκολο στόχο που καλείται να επιτελέσει το άτομο στη διάρκεια της αναπτυξιακής του πορείας.
Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια που σηματοδοτούν τη θεμελίωση της ψυχολογίας ως ανεξάρτητης επιστήμης, η μελέτη της έννοιας του εαυτού μετατοπίστηκε από το χώρο της φιλοσοφίας σε αυτόν της ψυχολογίας. Οι ανθρωποκεντρικές ιδέες των φιλοσόφων “αποτέλεσαν τον πυρήνα πάνω στον οποίο στηρίχτηκαν οι απόψεις των ψυχολόγων και επηρέασαν σημαντικά τις θεωρίες του εαυτού” (Λεονταρή 1998). Η δημιουργία του εγώ, της προσωπικής ταυτότητας, ο σχηματισμός της εικόνας του εαυτού και τα στάδια ανάπτυξής της είναι θέματα που έχουν μελετηθεί αρκετά από τις επιστήμες του ανθρώπου. ΄Ένας σημαντικός αριθμός θεωριών του εαυτού έχει αναπτυχθεί τόσο στα πλαίσια της ψυχαναλυτικής θεωρίας όσο και στους χώρους της ψυχολογίας. Το πλήθος των διαφορετικών θεωριών φαίνεται να αποτυπώνει την πολυμορφία της εικόνας ή έννοιας του εαυτού, έτσι ώστε να “διερωτάται κανείς αν υπάρχει μια ενιαία κατασκευή που να αντιστοιχεί σε αυτό που ονομάζουμε εαυτός” (Κωσταρίδου-Ευκλείδη, 1995). Από την άλλη, η διάσταση των θεωρητικών απόψεων κρίνεται ως έναν βαθμό δικαιολογημένη αλλά και επιθυμητή προκειμένου να μελετηθεί μια τόσο σύνθετη έννοια όπως αυτή του εαυτού.
Η έννοια του εαυτού κατέχει κεντρική θέση στην ανθρώπινη προσωπικότητα και όλοι οι θεωρητικοί αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητά της με εξαίρεση τους συμπεριφοριστές οι οποίοι δεν αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην έννοια αυτή για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Μαλικιώση–Λοϊζου, 1996).

 Θεωρίες για την έννοια του εαυτού

Βασικός εισηγητής της θεωρίας του εαυτού, όπως αναφέρει η Λεονταρή (1998), θεωρείται o William James (1890). Σύμφωνα με τον James ο εαυτός περιλαμβάνει τα διάφορα μέρη του, τα συναισθήματα που συνδέονται με τα μέρη του εαυτού και τις πράξεις που πηγάζουν από αυτά. Ο James αντιλαμβάνεται τον εαυτό ως μια πολυδιάστατη, δυναμική μορφή τονίζοντας παράλληλα τη διττή του φύση. Έτσι διακρίνει τον εαυτό ως υποκείμενο (Εγώ – I) που αισθάνεται, παρατηρεί και δρα και ανάγεται από άποψη μελέτης στο χώρο της φιλοσοφίας και τον εαυτό ως αντικείμενο της εμπειρίας (Εμένα –Me) που συμβάλλει στη γνώση της συμπεριφοράς και αποτελεί καθαρά αντικείμενο μελέτης της ψυχολογίας. Ο James διακρίνει τέσσερις πτυχές που είναι ιεραρχικά οργανωμένες. Συγκεκριμένα διακρίνει α) το καθαρό Εγώ, που γίνεται αντιληπτό με έναν αφηρημένο τρόπο, β) τον πνευματικό εαυτό που περιλαμβάνει τις ψυχικές διεργασίες και τα αμετάβλητα χαρακτηριστικά του Εγώ, γ) τον κοινωνικό εαυτό που σχετίζεται άμεσα με την αναγνώριση που παίρνουμε από τους Σημαντικούς Άλλους και δ) τον υλικό εαυτό που περιλαμβάνει το σώμα, το στενό οικογενειακό περιβάλλον, το σπίτι, τα υλικά αγαθά και γενικά όλα όσα το άτομο θα μπορούσε να αποκαλέσει δικά του.
Στη βάση του κοινωνικού εαυτού του James, ο οποίος υποστήριζε πως έχουμε τόσους κοινωνικούς εαυτούς όσα και τα άτομα ή κοινωνικές ομάδες που μας αναγνωρίζουν και έχουν μια εικόνα για μας, διαμορφώθηκε η θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης με κυριότερους εκπροσώπους τους Charles Cooley και George Mead (Λεονταρή, 1998). Ο Cooley  θεωρεί τον εαυτό κοινωνικό δημιούργημα και χρησιμοποιεί την έκφραση “καθρεπτιζόμενος εαυτός”, υποστηρίζοντας πως ο εαυτός αποτελεί έναν καθρέπτη που πάνω του αντανακλάται η εκτίμηση των άλλων και πιο συγκεκριμένα των ατόμων που ανήκουν στο άμεσο περιβάλλον του ατόμου, των “σημαντικών άλλων”. Αυτή η εκτίμηση των Σημαντικών Άλλων επηρεάζει σημαντικά και την αυτοεκτίμηση του ατόμου (Μακρή-Μπότσαρη, 2001).
Ο Mead σημειώνει τη σημασία που έχει για τη συνειδητοποίηση του εαυτού η γλώσσα, οι συμβολικοί κώδικες και η ικανότητα του ατόμου να μπαίνει στη θέση του άλλου. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η γλώσσα καθώς μέσω αυτής το άτομο μπορεί να πάρει τη θέση του Άλλου ή και τη θέση των Άλλων απέναντι στον εαυτό του. Η ιδέα του γενικευμένου Άλλου που προτείνει ο Mead υπονοεί πως υπάρχουν περισσότεροι του ενός εαυτοί και καθένας από αυτούς έρχεται στο προσκήνιο ανάλογα με τις απαιτήσεις των κοινωνικών περιστάσεων (Λεονταρή, 1998).
Οι Higgins, Bond, Klein & Straumann, αναφέρονται στον πραγματικό, ιδανικό και δεοντικό εαυτό. Ο πραγματικός εαυτός περιλαμβάνει τα στοιχεία που το άτομο αποδίδει στον εαυτό του, ο ιδανικός εαυτός αποτελείται από τις ιδιότητες που επιθυμεί το άτομο να έχει ενώ ο δεοντικός από τις ιδιότητες που οι άλλοι ζητούν από το άτομο να έχει και πρέπει κανείς να διαθέτει. Ο Higgins κάνει διάκριση ανάμεσα στον εαυτό έτσι όπως το βλέπει το άτομο και στον εαυτό έτσι όπως τον βλέπουν οι άλλοι. Ο αυτοπροσδιοριζόμενος και ετεροπροσδιοριζόμενος εαυτός, όπως αντίστοιχα ο ιδανικός με το δεοντικό, δεν ταυτίζονται αναγκαία (Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1995)
Οι Markus και Nurius (1986) κάνουν λόγο για τους πιθανούς εαυτούς. Οι πιθανοί εαυτοί (possible selves) είναι οι αναπαραστάσεις του εαυτού στο μέλλον ενώ ο αριθμός και η ποικιλία των πιθανών εαυτών διαφέρει από άτομο σε άτομο. Οι πιθανοί εαυτοί δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τις επιθυμίες ενός ατόμου, όπως την απόκτηση οικογένειας, την ικανοποίηση από την εργασία, την ευτυχία αλλά και τις ανησυχίες του ατόμου όπως το φόβο της μοναξιάς, τις ασθένειες και τη φτώχεια.
Ο Kelly  υποστήριξε πως ο εαυτός είναι μια θεωρητική- προσωπική δομή- που επιτρέπει στο άτομο να διαφοροποιείται από τους άλλους. Ως προσωπική δομή εννοεί τη διάκριση σε διπολική βάση (π.χ. θετικό- αρνητικό) που κάνουν οι άνθρωποι ως προς τα άτομα, τα αντικείμενα και τα γεγονότα του περιβάλλοντός τους. Οι δομές είναι προσωπικές και οργανώνονται ιεραρχικά με ένα σύνθετο τρόπο. Οι δομές που αφορούν στον εαυτό δημιουργούνται στη βάση παρελθοντικών εμπειριών και χρησιμοποιούνται για να γίνονται οι καλύτερες δυνατές προβλέψεις. Σε περίπτωση μη λειτουργικών ή λανθασμένων δομών που αφορούν στον εαυτό το άτομο μπορεί να βιώνει έντονο άγχος ή να παρουσιάζει μια νευρωτική συμπεριφορά. Σύμφωνα με τον Kelly, ο οποίος τόνισε ιδιαίτερα το ρόλο της λογικής έναντι του συναισθήματος, η συμπεριφορά του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίον αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τους άλλους.


Η έννοια του εαυτού εμπεριέχεται ως τμήμα της γενικότερης θεωρίας της φαινομενολογικής προσέγγισης. Υπό αυτή τη σκοπιά, ο κόσμος συνίσταται περισσότερο σε αυτό που βιώνει το άτομο παρά σε αυτό που σκέφτεται για τα γεγονότα. Η προσωπική διάσταση τονίζεται σε όλο το σύνολο των εμπειριών του ατόμου, καθώς αυτό που έχει σημασία δεν είναι η πραγματικότητα αυτή κάθε αυτή, αλλά το προσωπικό νόημα που δίνει σε αυτήν το άτομο. Η πρόληψη και η ερμηνεία στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα και συνεπακόλουθα η αντίδραση σε αυτά, επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Βασικό κίνητρο στη συμπεριφορά του ατόμου είναι η διαρκής προσπάθεια να διατηρήσει θετική την εικόνα του εαυτού του.

Η επίδραση της έννοιας του εαυτού 
Για την έννοια του εαυτού έχουν προταθεί πολλοί ορισμοί με μεγάλες ή μικρές διαφορές μεταξύ τους. Ωστόσο η έννοια του εαυτού ως “ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του” (Μακρή - Μπότσαρη, 2001) αποτελεί έναν κοινό τόπο. Κατά τον Burns, η έννοια του εαυτού είναι ένα σύνολο υποκειμενικά αξιολογούμενων χαρακτηριστικών και συναισθημάτων. Ως όρος η έννοια του εαυτού αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της άποψης του ατόμου για τον εαυτό του.
Υιοθετώντας αυτόν το λειτουργικό ορισμό, η έννοια του εαυτού περνά σε μια εμπειρική διάσταση, εφόσον ο εαυτός προσδιορίζεται πλέον με βάση τον τρόπο που μπορεί να μελετηθεί. Ο εαυτός ως μια αφηρημένη έννοια που δεν μπορεί να μετρηθεί αντικαθίσταται από την έννοια της αυτοαντίληψης, έννοια με συγκεκριμένο περιεχόμενο που λειτουργεί κατά βάση σε συνειδητό επίπεδο και κατ’ επέκταση είναι έννοια μετρήσιμη.Οι ιδέες για τον εαυτό φαίνεται να επηρεάζουν τον τρόπο επεξεργασίας των πληροφοριών, τα συναισθήματα και τα κίνητρα του ατόμου (Κωσταρίδου - Ευκλείδη, 1995).

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο εαυτός μπορεί να ιδωθεί ως υποκείμενο (Εγώ), παραπέμποντας σε διαδικασίες ενεργητικού χαρακτήρα καθώς επίσης και ως αντικείμενο (Εμένα). Στη δεύτερη περίπτωση είναι εμφανής η δυνατότητα του ανθρώπου να παρατηρήσει τον εαυτό του σαν να επρόκειτο για έναν παρατηρητή που καλείται να παρατηρήσει και να αξιολογήσει ένα εξωτερικό αντικείμενο. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα του ανθρώπου να διαμορφώσει άποψη για τον εαυτό του είναι η αυτοαντίληψη (
self-perception, self-image). Επομένως, η αυτοαντίληψη ορίζεται ως το σύνολο των γνώσεων, των πεποιθήσεων, των αξιολογικών κρίσεων αλλά και των συναισθημάτων που έχει το άτομο για τον εαυτό του και διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση και ανατροφοδότηση από τους άλλους (Φλουρής, 2002). Η έννοια της αυτοαντίληψης, η οποία καλύπτει τη γνωστική αντίληψη του εαυτού, εμπεριέχει την έννοια της αυτοεικόνας, δηλαδή της παράστασης του ατόμου για τον εαυτό του βάσει των ερεθισμάτων από το περιβάλλον (Φλουρής, 2002), το αυτοσυναίσθημα, που δίνει έμφαση στα συναισθήματα και τέλος την αυτοεκτίμηση που αναφέρεται στις αξιολογικές κρίσεις του ατόμου και δηλώνει την αντίληψη του ατόμου για την αξία του (Μακρή - Μπότσαρη, 2001). 

Ο James (1890) υποστήριξε ότι η αυτοεκτίμηση (self-esteemglobal self-worth) αποτελεί μία σφαιρική άποψη του ατόμου για τον εαυτό του και επηρεάζεται τόσο από τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες του όσο και από το βαθμό που θεωρεί ότι έχει επιτύχει ή όχι τους επιδιωκόμενους στόχους. Υποστήριξε πως ως ενήλικες διαμορφώνουμε μια σφαιρική άποψη για την αξία μας ως άτομα, πέρα των αυτοπεριγραφών και αυτοαξιολογήσεων στους διάφορους τομείς της ζωής μας. Αυτή η σφαιρική άποψη είναι η αυτοεκτίμηση. Ο Burns θεωρεί ότι η αυτοαξιολόγηση συντελείται με τη σύγκριση του πραγματικού εαυτού με τον ιδανικό εαυτό, της αποτίμησης του βαθμού επίτευξης των επιδιωκόμενων στόχων και τέλος συντελείται κάτω από την αναπόφευκτη επιρροή που ασκεί το κοινωνικό περιβάλλον. Συναφής και απαραίτητο συμπλήρωμα της έννοιας της αυτοαντίληψης είναι και αυτή της αυτοαποτελεσματικότητας (self-efficacy) που εισήγαγε ο Bandura και αναφέρεται στην πίστη του ατόμου ότι οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον μπορεί να δράσει αποτελεσματικά επιτυγχάνοντας τους επιδιωκόμενους στόχους.

Όπως διαφαίνεται λοιπόν, η αντίληψη για τον εαυτό είναι υποκειμενική και δεν εξασφαλίζεται πάντα η ορθότητα και εγκυρότητά της, ωστόσο ορθή ή όχι επηρεάζει άμεσα και καταλυτικά τη ζωή του ανθρώπου. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το άτομο τον εαυτό του, θετικά ή αρνητικά, ουσιαστικά διαμορφώνει τις στάσεις και τη συμπεριφορά του, τις προσδοκίες και τις ικανότητές του και κατ’ επέκταση τις εκπαιδευτικές, επαγγελματικές και προσωπικές επιλογές του.
  
Βιβλιογραφικές παραπομπές
  • Κωσταρίδου-Ευκλείδη, Α. (1995). Ψυχολογία Κινήτρων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Λεονταρή, Α. (1998). Αυτοαντίληψη (δ΄εκδοση). Αθήνα :Ελληνικά Γράμματα
  • Μαλικιώση-Λοϊζου, Μ.(1996). Συμβουλευτική Ψυχολογία (γ΄ έκδοση). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  •  Μακρή-Μπότσαρη, Ε. (2001). Αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  •  Markus, H. & Nurius, P.(1986). Possible Selves. American Psychologists, 41, 954-969
  • Φλουρής, Γ. (2002). Αυτοαντίληψη, Αυτογνωσία και Επαγγελματικός Προσανατολισμός, στο Μ. Κασσωτάκης (επιμ.), Συμβουλευτική και  Επαγγελματικός προσανατολισμός: Θεωρία και Πράξη, Αθήνα: Τυπωθήτω-Δάρδανος

                                                                                                      © Σταυρούλα Δουλάμη, Ψυχολόγος