Η επίδραση των παραμυθιών στη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών


Σύντομη ιστορία του παραμυθιού

Οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τις διάφορες μορφές συμβολικού λόγου, μέσα από την αφήγηση μύθων και ιστοριών, ως έναν τρόπο για να δώσουν νόημα στον κόσμο τους. Οι ιστορίες πέρασαν από τη μια γενιά στην άλλη, μαρτυρώντας την γνώση, παρέχοντας το απόσταγμα της σοφίας κάθε ηλικίας, κάθε γενιάς και εποχής. Κατά την αφήγηση ιστοριών, ακροατές και αφηγητές συμμετείχαν σε μια κοινή εμπειρία που τους συνέδεε με την οικογένεια, την φυλή, το έθνος, και τους οδηγούσε, μέσα από το παρελθόν και το παρόν, προς το μέλλον (Gersie & King, 1992). Η αφήγηση παραμυθιών, μύθων και ιστοριών συνιστούσε, σε παλαιότερα κοινωνικά πλαίσια, ένα είδος προφορικής ψυχαγωγίας των ενηλίκων, καθώς λέγονταν από μεγάλους για μεγάλους. Εκτός από τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα, η διήγηση παραμυθιών, μύθων και ιστοριών κατείχε έναν μυητικό χαρακτήρα και συνέβαλε στην διατήρηση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, στην οικοδόμηση συλλογικής μνήμης και στην ενίσχυση της αίσθησης του ανήκειν.
Αυτά τα αφηγηματικά μέσα, συνιστούσαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής εμπειρίας, βοηθώντας τα άτομα να επικοινωνούν μεταξύ τους και να οργανώνουν τις εμπειρίες τους, ατομικές και κοινωνικές, σε νοητικές αναπαραστάσεις, μέσω της χρήσης του συμβολικού λόγου. Οι ιστορίες, οι μύθοι και τα παραμύθια ήταν στενά συνδεδεμένα με τα ήθη, τα πιστεύω και τις τελετουργίες της κάθε φυλής ή κοινότητας. Ανάμεσα στις διάφορες μορφές συμβολικού λόγου, το παραμύθι κατέχει μια σημαντική θέση που επιτελεί λειτουργίες σε πολλά επίπεδα ακόμα και μέχρι τις ημέρες μας. Στα παραμύθια εμπεριέχονται μερικές από τις ωραιότερες παραδόσεις της ανθρωπότητας, που μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά και από τόπο σε τόπο, μέσω του προφορικού λόγου, μέσα από την τέχνη της αφήγησης.
Μιλώντας για το παραμύθι αναφερόμαστε σε μια εφήμερη δράση της κοινότητας που στηρίζεται στην αναδημιουργία, χαρακτηρίζεται από μια ασυνείδητη δομή, εκφράζει συλλογικές αναπαραστάσεις, αποτελεί κοινή ιδιοκτησία όλων και επιβιώνει μέσα από την διάδοση (Προύσαλης, 2010). Ο λόγος του παραμυθιού, όπως μαρτυρεί και η ετυμολογία του στην ελληνική γλώσσα (παρά και μύθος, παραμυθούμαι), κατάφερε να δώσει θάρρος, να παροτρύνει, να παρηγορήσει, να συμβουλεύσει και να υποστηρίξει τους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια της μακραίωνης τους ιστορίας τους.
Αν και γνωρίζουμε ότι τα κλασσικά παραμύθια προέκυψαν από προφορικές λαϊκές παραδόσεις που προϋπήρχαν για χιλιάδες χρόνια, είναι δύσκολο να προσεγγιστεί, με χρονολογική ακρίβεια, το πότε αποτυπώθηκε σε γραπτό λόγο το πρώτο παραμύθι. Τις αρχαιότερες γραπτές ιστορίες τις βρίσκουμε στην Ανατολή, στα Ινδικά Πανχατάντρα (Τα Πέντε βιβλία), μια συλλογή σανσκριτικών παραμυθιών που χρησιμοποιούνταν για την εκπαίδευση των Ινδών αριστοκρατών, στους βουδιστικούς θρύλους Πατάκα και στους περσικούς μύθους Νεράιδες και τζίνια (Cooper, 2007). Ως πρώτο γραπτό παραμύθι, στην λογοτεχνία, συναντάται το Έρως και Ψυχή, στο μυθιστόρημα του ΑπουλήιουΜεταμορφώσεις, το 161 μ.Χ. Στην Ευρώπη, το έργο του StraparolaΕυχάριστες Νύχτες (Noti piacevoli) που τυπώθηκε το 1550 στην Βενετία, θεωρείται ως η παλαιότερη πεζή συλλογή παραμυθιών. Έναν αιώνα αργότερα, το 1634, ο Giambattista Basile, ως πρώτος συγγραφέας παραμυθιών, δημοσιεύει το Πενταήμερο που θεωρείται ίσως η καλύτερη συλλογή παραμυθιών. Ιστορίες από την συλλογή αυτή μεταφράστηκαν στην Γαλλία, από το Περώ (1560-76), και δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο Ιστορίες των ξωτικών. Η δημοφιλής αυτή συλλογή καθιέρωσε το παραμύθι στην Ευρώπη(Cooper, 2007) με τον τίτλο που είναι γνωστό μέχρι σήμερα στις αγγλόφωνες χώρες (Fairy tales). Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Wilhelm και Jacob Grimm συνέλεξαν ιστορίες από διάφορους αφηγητές-παραμυθάδες και, θέλοντας να διαφυλάξουν την Γερμανική παράδοση, τις επαναδιατύπωσαν, εκδίδοντας το Childrens and Household Talesέκδοση με την οποία το κοινό των παραμυθιών μετατοπίζεται από τους ενήλικες στα παιδιά
Αν και ιδιαίτερα δημοφιλή στον κόσμο των παιδιών, τα παραμύθια καταφέρουν να ελκύουν όχι μόνο τον παιδικό ψυχισμό αλλά και τους ενήλικες, καθώς διέπονται από πλούτο μηνυμάτων και από διάφορα επίπεδα ερμηνείας. Αυτή η πλούσια συμβολική γλώσσα των παραμυθιών και η πολυδιάστατη ερμηνεία έχει θέσει τα παραμύθια, κατά καιρούς, ως αντικείμενο μελέτης διαφόρων ανθρωπιστικών επιστημών. Η λαϊκή λογοτεχνία του παρελθόντος, που απευθυνόταν σε ενήλικες, αποτελεί σήμερα μια δομική βάση της παιδικής λογοτεχνίας. Παρά την αυξημένη πρόοδο της τεχνολογικά λόγιας κοινωνίας, η λαϊκή παράδοση των παραμυθιών κατέχει μια σημαντική θέση στην κουλτούρα της δυτικής κοινωνίας. Καθώς οι μύθοι, οι θρύλοι, οι ιστορίες και τα λαϊκά παραμύθια βοήθησαν στην διαμόρφωση της ανθρώπινης εμπειρίας, δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι ίδιες ιστορίες, σήμερα, συνιστούν στοιχεία πλούσιας αξιοποίησης μέσα στην τάξη διδασκαλίας (Mello, 2001).

Ο κόσμος του παραμυθιού
Το παραμύθι εμπεριέχοντας την έννοια του μύθου σηματοδοτεί, ως ένα βαθμό, την εγγύτητά του προς το μυθικό. Αν και ο διαχωρισμός ανάμεσα στις δυο αυτές μορφές συμβολικού λόγου, παραμύθι και μύθο, δεν είναι πάντα εύκολος, παρατηρούνται κάποιες διακριτές διαφορές. Στον μύθο περιέχονται οι ιστορίες των θεών και των θεόμορφων, οι ηρωικές μάχες και τα ταξίδια στον Κάτω Κόσμο (Jung & Kerrenyi, 2008). Ο μύθος διέπεται από ένα βαθύτερο θρησκευτικό νόημα, χαρακτηρίζεται από ιστορική βάση και εξιστορεί τα κατορθώματα- περιπέτειες συγκεκριμένων ηρώων. Οι ήρωες των μύθων φέρουν εξαιρετικές σωματικές ικανότητες και υπερφυσικές δυνάμεις, εκφράζουν δε τα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία ενός λαού. Συνήθως, η έκβαση στους μύθους έχει ένα τραγικό τέλος (Cooper, 2007).
Το παραμύθι στερείται ιστορικής και χωρικής βάσης: όλα εκτυλίσσονται σε ένα απροσδιόριστο μακρινό παρελθόν και σε έναν τόπο κοινό, ένα χωριό, ένα δάσος (Μιαν φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό βασίλειο). Η ιστορία του παραμυθιού διηγείται τις εμπειρίες ενός απλοϊκού ήρωα, που λειτουργεί σε ένα διαφορετικό επίπεδο από τους άλλους, στην λογική της καρδιάς: ο ήρωας/η ηρωίδα είναι συνήθως ο τρίτος γιος, η μικρή κόρη, ο πρίγκιπας, η βασιλοπούλα. Ως προς την ονοματοδοσία του, ο ήρωας είτε είναι ανώνυμος είτε φέρει ένα κοινότυπο όνομα (π.χ. Χανς) είτε ένα όνομα προσδιορισμού-ιδιότητας (π.χ. Σταχτοπούτα). Οι ήρωες των παραμυθιών είναι άτομα ταπεινά παραγνωρισμένα, αδικημένα από την φύση ή το περιβάλλον τους, συχνά με σωματικές αναπηρίες, ψυχικά ή σωματικά τραύματα.
Το παραμύθι διέπεται από μια συγκινησιακή γοητεία, κινείται στο χώρο της φαντασίας και χρησιμοποιεί την μαγεία, χωρίς διαχωρισμό ανάμεσα στο υπερφυσικό και την πραγματικότητα. Παράλληλα επιτρέπει την ταύτιση με αρχέτυπες καταστάσεις, καθώς στερείται χαρακτηριστικών από συγκεκριμένα πολιτισμικά πλαίσια αναφοράς (Von Franz, 1996). Οι ιστορίες των παραμυθιών εμπνέουν ένα πνεύμα αισιοδοξίας, μιας και η έκβαση τους είναι πάντα θετική, και μεταφέρουν ένα μήνυμα επιτυχίας, εφόσον ο ήρωας καταφέρνει πάντα να υπερνικήσει τις δυσκολίες του. Με την θετική έκβαση των ιστοριών τους, καταφέρνουν να κατευνάζουν τους φόβους που βιώνονται σε διάφορα αναπτυξιακά στάδια, καθησυχάζουν πως το άγνωστο μπορεί να γίνει γνωστό και συμβάλλουν στην εγκαθίδρυση μιας ευρύτερης, θετικής προοπτικής για τη ζωή ενώ παράλληλα απαντούν σε μια βαθιά ανάγκη του παιδιού (ανθρώπου) για δικαιοσύνη (Bettelheim, 1995).
Τα παραμύθια είναι πλούσια σε σύμβολα που, ακόμα και αν προέρχονται από διαφορετικές περιοχές του κόσμου, εκφράζουν τις ίδιες συμβολικές αξίες. Συχνά δε, πολλά διαφορετικά σύμβολα εκφράζουν το ίδιο φαινόμενο, μιας και αναφέρονται σε αρχετυπικές εικόνες. Ανάμεσα στα σύμβολα που συναντώνται στα παραμύθια, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές κατηγορίες (Brun, Pedersen, & Runderg, 1993):α)Σύμβολα της Φύσης, όπως  Δάσος, ξύλο (ασυνείδητο), Ζώα (απεικονίζουν τα ένστικτα),β) Μαγικά/ μυθολογικά σύμβολα , όπως Νεράιδες (καλή εικόνα της μητέρας που δίνει δώρα) Μάγισσες (κακή εικόνα της μητέρας) και γ) Πολιτισμικά σύμβολα, όπως Μητριά (καταστροφική πλευρά της ασυνείδητης εικόνας  για την μητέρα), Άσχημος/η αδελφή/ος (ψυχική, πνευματική, εσωτερική ασχήμια),Χρυσός (πνευματικό θησαυρός, σεξουαλική ωριμότητα), Δαχτυλίδι (ολοκλήρωση του εαυτού),Βασιλιάς (πατρική φιγούρα)

Ως προς την δομή τους, σε γενικές γραμμές, τα παραμύθια διέπονται από την ακόλουθη πλοκή (Cooper, 2007. Zipes, 1994): 
Αποστολή: αναχώρηση ή εξορία του πρωταγωνιστή προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα καθήκον, ένα έργο, συχνά ανυπέρβλητο.
Βοηθοί: μυστηριώδεις δυνάμεις, ξωτικά, νεράιδες, ζώα που μιλούν, δίνουν στον πρωταγωνιστή διάφορα δώρα, τον βοηθούν στην πορεία του.
Εμπόδια: οι εχθροί, κακές δυνάμεις που συναντά στον δρόμο του, με τις οποίες πρέπει να αναμετρηθεί.
Δράση του ήρωα: ο ήρωας περνά από διάφορες δοκιμασίες, βιώνει εγκατάλειψη, αντιπαρατίθεται με το κακό, χρησιμοποιεί τεχνάσματα, πονηριά, τα δώρα των βοηθών προκειμένου να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Τέλος της ιστορίας: η κατάληξη της ιστορίας οδηγεί σε ένα ευτυχισμένο τέλοςόπου το κακό πάντα τιμωρείται.Η επιτυχία του πρωταγωνιστή συνήθως οδηγεί σε: α) γάμο, βαπόκτηση αγαθών, γ) σωτηρία και σοφία, δ) συνδυασμό των τριών    
  Η κάθοδος της ψυχής στον κόσμο, η εμπειρία του ατόμου στη ζωή μέσω της μύησης, τα προβλήματα και τα εμπόδια που αντιμετωπίζει και η αναζήτηση της ενότητας αποτελούν προσφιλή και επαναλαμβανόμενα θέματα στα παραμύθια (Cooper, 2007). Η δοκιμασία, ως αναπόσπαστο μέρος της μυθοπλασίας, στον κόσμο των παραμυθιών, συνδέεται άμεσα με τη μυητική λειτουργία που τα παραμύθια υπηρετούν. Σε γενικές γραμμές, όπως αναφέρει η Robert, στην εισαγωγή των παραμυθιών των αδελφών Grimm (2006), «τα παραμύθια περιγράφουν ένα πέρασμα αναγκαίο και δύσκολο, συνδεδεμένο με φαινομενικά ακατόρθωτες δοκιμασίες, που πάντα έχει ένα καλό τέλος. Η ιστορία της δοκιμασίας, ενός επώδυνου περάσματος συνδέεται με ένα πραγματικό γεγονός που καλείται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος της κανονικής ζωής: την αναγκαία και συχνά οδυνηρή μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο, από τη μια ηλικία στην άλλη, μετάβαση που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά μέσα από αναγκαίες και επώδυνες μεταμορφώσεις, που οδηγούν σταδιακά στην επίτευξη μιας αληθινής ωριμότητας» (σελ 17).

 Η Λειτουργία των παραμυθιών: η οπτική της ψυχολογίας
Η πλειονότητα των παραμυθιών πραγματεύεται μια σειρά επαναλαμβανόμενων προβληματικών, όπως θέματα κοινωνικοποίησης,  συναισθηματικής αυτονόμησης, προβληματικές σχέσεις με το περιβάλλον που κάθε παιδί αντιμετωπίζει κατά την διάρκεια της ψυχοκοινωνικής του ανάπτυξης. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, οι θεματικές που, μέσω της χρήσης της συμβολικής γλώσσας και της μεταφοράς, πραγματεύονται τα περισσότερα παραμύθια, είναι οι ακόλουθες (Bettelheim, 1995. Κουρκούτας, 2010):
q Άγχος εγκατάλειψης από τους γονείς
qΣυγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, αντιζηλίες αδελφών
qΚοινωνική ωριμότητα, διαδικασία αυτονόμησης
qΑποδοχή αρνητικών και θετικών στοιχείων του εαυτού και των γονέων
qΑπόκτηση σεξουαλικής ταυτότητας- προβλήματα εφηβείας
qΣχέσεις παιδιού – γονιού
qΣυναισθηματική ολοκλήρωση
Όλα τα καλά παραμύθια έχουν νόημα σε πολλά επίπεδα και βοηθούν το παιδί να δομήσει την εσωτερική και εξωτερική του πραγματικότητα. Χωρίς να απαιτείται απόδοση ενός ηθικού διδάγματος ή ερμηνείας, το παιδί ανακαλύπτει μόνο του και διαισθητικά τα κρυφά νοήματα του παραμυθιού, νοήματα που έχουν σημασία για το ίδιο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, ανάλογα με το στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης (Bettelheim, 1995). Κατά έναν σχεδόν μαγικό τρόπο, θα τολμούσαμε να πούμε, τα παραμύθια αναγνωρίζουν τις διαδικασίες ωρίμανσης στην ατομική ανάπτυξη του κάθε παιδιού και παρέχουν ένα πρόσφορο έδαφος που επιτρέπει την σύνδεση με το διευκολυντικό περιβάλλον (Winnicott, 2003) του παιδιού.
Καθώς τα παραμύθια αγγίζουν καίρια ζητήματα και συναισθηματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, κινητοποιούν εύκολα, στα παιδιά, τους μηχανισμούς της προβολής και της ταύτισης (Von Franz, 1996). Οι συναισθηματικές αυτές διεργασίες, που λειτουργούν σε ένα συμβολικό-φαντασιακό επίπεδο, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην δόμηση της ψυχοσυναισθηματικής εμπειρίας του παιδιού. Οι ιστορίες των παραμυθιών, που εκφράζονται μέσα από την γλώσσα, σε επίπεδο μεταφοράς και συμβολικών αναπαραστάσεων, διευκολύνουν την ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης, των ικανοτήτων αναπαράστασης και της ψυχικής επεξεργασίας των γεγονότων της ζωής, σε επίπεδο φαντασίας (Κουρκούτας, 2010), στοιχεία που αποτελούν την βάση για την ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης και συναισθηματική νοημοσύνης (Gottman, 2000). Η αφήγηση παραμυθιών συμβάλλει ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της δημιουργικής φαντασίας των παιδιών, που κρίνεται θεμελιώδης για την ψυχοσυναισθηματική τους υγεία. Το να έχει κανείς φαντασία σημαίνει να χαίρεται έναν εσωτερικό πλούτο, μια αδιάκοπη και αυθόρμητη ροή εικόνων, να βλέπει τον κόσμο στην ολότητά του (Elliade, 1991)
Στον ονειρικό κόσμο του παραμυθιού, όπου όλα εκτυλίσσονται σε έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, η μαγική σκέψη του παιδιού βρίσκει μια πρόσφορη διέξοδο. Η μαγική δομή των παραμυθιών επιτρέπει στα παιδιά να κινηθούν σε έναν ονειρικό κόσμο χωρίς περιορισμούς και ματαιώσεις. Παράλληλα το παιδί, μέσα από τους μηχανισμούς της ταύτισης και της προβολής, έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει, να εκφράσει με λόγο τα αρνητικά του συναισθήματά, να αποδώσει μια σημασία στα προσωπικά τραυματικά βιώματα και, εν τέλει, να αναζητήσει και να βρει ένα νόημα στην ζωή του (Bettelheim, 1995). Με έναν κατανοητό και σαφή τρόπο, τα παραμύθια απαντούν σε θεμελιώδη ερωτήματα των παιδιών και διατηρούν τον μυητικό τους χαρακτήρα, καθώς μεταφέρουν σημαντικές γνώσεις και πληροφορίες για τη ζωή (Κουρκούτας, 2010).
Οι ιστορίες των παραμυθιών ενδυναμώνουν την πίστη των παιδιών στην ικανότητά τους να δομήσουν την δική τους προσωπικότητα παρά τις εξωτερικές αντιξοότητες, τις εσωτερικές συγκρούσεις ή τα αδιέξοδα που βιώνουν. Σε αυτήν ακριβώς τη δυναμική έγκειται η γοητεία των παραμυθιών. Ανάμεσα στις πολλαπλές λειτουργίες που επιτελούν, τα παραμύθια προσφέρουν μια αποτελεσματική δίοδο στα παιδιά, ώστε αυτά να μπορέσουν να εκφράσουν και να δραματοποιήσουν τα υπαρξιακά-αναπτυξιακά τους άγχη, τις εσωτερικές και εξωτερικές τους συγκρούσεις, τις αμφιβολίες τους (Von Franz, 1996). Τα παραμύθια δίνουν ένα νόημα στις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που βιώνουν τα παιδιά σε έναν πολύπλοκο, ακατανόητο συχνά και γεμάτο δυσκολίες κόσμο. Με την θετική έκβαση των ιστοριών τους, καταφέρνουν να κατευνάζουν τους φόβους που βιώνονται σε διάφορα αναπτυξιακά στάδια, καθησυχάζουν πως το άγνωστο μπορεί να γίνει γνωστό και συμβάλλουν στην εγκαθίδρυση μιας ευρύτερης, θετικής προοπτικής για τη ζωή ενώ παράλληλα απαντούν σε μια βαθιά ανάγκη του παιδιού για δικαιοσύνη (Bettelheim, 1995).
Στα παραμύθια αναγνωρίζεται η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, όπου το καλό και το κακό συνυπάρχουν. Τα πρόσωπα στα παραμύθια δεν έχουν καλές και κακές ιδιότητες ταυτόχρονα, όπως όλοι έχουμε στην πραγματικότητα. Επειδή η πόλωση κυριαρχεί στο μυαλό του παιδιού, αυτό το στοιχείο επικρατεί και στα παραμύθια. Ένα πρόσωπο είναι είτε καλό είτε κακό, ποτέ κάτι ενδιάμεσο. Για παράδειγμα η μία αδερφή είναι ενάρετη και εργατική, οι άλλες κακές και τεμπέλες, ο ένας γονιός είναι καλός ο άλλος κακός. Η παράθεση αντιθέτων επιτρέπει εύκολα στο παιδί να κατανοήσει τη μεταξύ τους διαφορά, πράγμα που θα δυσκολευόταν να κάνει αν τα πρόσωπα ήταν πιο κοντά στην πραγματική ζωή. Επιπλέον, οι επιλογές ταύτισης του παιδιού στηρίζονται όχι τόσο στο σωστό έναντι του λανθασμένου, αλλά κυρίως στο ποιο πρόσωπο του είναι συμπαθητικό και ποιο αντιπαθητικό. Όσο πιο απλός και ευθύς είναι ένας καλός χαρακτήρας, τόσο ευκολότερο είναι να ταυτιστεί το παιδί μαζί του και να απορρίψει το κακό. Συνήθως, το παιδί ταυτίζεται με τον καλό ήρωα όχι λόγω της καλοσύνης του, αλλά γιατί η κατάσταση του ήρωα ασκεί πάνω του θετική έλξη. Ωστόσο, εξαιτίας του πλούσιου υλικού των παραμυθιών με τους διάφορους ήρωες (καλούς και κακούς) και τις περίπλοκες καταστάσεις που αυτοί βιώνουν, το παιδί έχει τη δυνατότητα να ταυτιστεί και με αρνητικά πρότυπα-ήρωες, που ξεφεύγουν από τους ηθικούς περιορισμούς των γονέων, εφόσον αυτή η ταύτιση απαντά σε συγκεκριμένες ανάγκες της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης.
Κάποιες από τις βασικές επιθυμίες, συναισθήματα, παρορμήσεις και ανάγκες των παιδιών, που συχνά εμποδίζονται να εκφραστούν και καταστέλλονται στον κόσμο της καθημερινότητας από τα γονεϊκά πρότυπα, αποτελούν αγαπημένες θεματικές στις ιστορίες των παραμυθιών. Στον ασφαλή χώρο της φαντασίας, τα παιδιά μπορούν να έρθουν σε επαφή με όλο αυτό το φάσμα των «απαγορευμένων», σκοτεινών συναισθημάτων-αντιδράσεων και αρνητικών εκφάνσεων της ζωής, του εαυτού και των άλλων, χωρίς να υφίστανται τις οδυνηρές συνέπειες της καθημερινότητας ή να διαταράσσεται η αίσθηση της πραγματικότητας και η σχέση των παιδιών με τους σημαντικούς άλλους από τον κόσμο των ενηλίκων (Bettelheim, 1995).

 Θετικές επιδράσεις της αφήγησης παραμυθιών
Τα διάφορα αφηγηματικά μέσα όπως οι ιστορίες, οι μεταφορές, οι μύθοι και τα παραμύθια ασκούν μια σημαντική ψυχοπαιδαγωγική επίδραση στην ανάπτυξη των παιδιών. Οι τεχνικές της αφήγησης μπορούν να συμβάλλουν στην ενεργοποίηση ποικίλλων ψυχολογικών διεργασιών, όπως η φαντασία, η μνήμη, η προσοχή έως την διεύρυνση της ενεργητικής κοινωνικο-ηθικής δεκτικότητας του ακροατή (Πουρκός, 2010).
Ο Egan (1999) υποστηρίζει ότι τα κλασσικά παραμύθια έχουν μια σημαντική δύναμη στο να ασκούν την φαντασία των μικρών παιδιών στο πλαίσιο της σχολικής τάξης, ενώ η δραματοποίηση ιστοριών μπορεί να λειτουργήσει ως μια πρώιμη μορφή διδασκαλίας και μάθησης μέσα στο σχολικό πλαίσιο. Από έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί φαίνεται πως η αφήγηση παραμυθιών και ιστοριών, καθώς και η επαφή των παιδιών με ένα ευρύ φάσμα κειμένων από την παραδοσιακή λογοτεχνία, συμβάλλει σε :
q  Καλύτερη γνώση του εαυτού και των άλλων, ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης (Mello, 2001)
q     Ανάπτυξη υγιούς αυτοαντίληψης (Paley, 1990), αίσθησης της ταυτότητας
q   Αύξηση της φαντασίας (Gallas, 1994),
q   Ανάπτυξη μιας ανθρώπινης ηθικής (Zipes, 1997)
q   Ενίσχυση της πολιτισμικής ευαισθησίας (McCabe, 1997) όταν τα παιδιά εκτίθενται σε αφήγηση ιστοριών από διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια

Σημειώνεται ωστόσο, πως λίγες έρευνες έχουν διεξαχθεί στο συγκεκριμένο τομέα, καθώς η επίδραση της αρχαίας παράδοσης της αφηγηματικής τέχνης στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών και την ανάπτυξη μαθησιακών ικανοτήτων είναι δύσκολο να μελετηθεί με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια (Κουρκούτας, 2010). Αν εξετάσουμε την παγκόσμια ιστορία της προφορικής αφήγησης, υπό μια ευρύτερη οπτική, θα δούμε πως αναφαίνονται δυο είδη αφήγησης με σκοπό την ψυχική υγεία: α) αυτό που αποσκοπεί στην διατήρηση της ψυχικής υγείας και δρα σε προληπτικό επίπεδο και β) αυτό που στοχεύει στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας και λειτουργεί ως θεραπευτικό μέσο (Πελασγός, 2ΟΟ7).

Επίλογος
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως το παραμύθι είναι η πρώτιστη μορφή με την οποία το παιδί μαθαίνει να διαβάζει το μυαλό του με την γλώσσα των εικόνων- συμβόλων, τη μόνη γλώσσα που επιτρέπει την κατανόηση πριν επιτευχθεί η νοητική ωριμότητα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Campbel (2001), το λαϊκό παραμύθι είναι το αλφαβητάρι της εικόνας της ψυχής. Η ιδιαίτερη συμβολή των παραμυθιών στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, αναδύεται στο διαχρονικό μήνυμα που αυτά μεταφέρουν: οι δυσκολίες, συχνά απρόοπτες και άδικες, συνοδεύουν αναπόφευκτα την ανθρώπινη πορεία, αν όμως κανείς τις αντιμετωπίσει με θάρρος, τότε κυριαρχεί στα εμπόδια και ανακηρύσσεται νικητής.

 Η κατανόηση της δυναμικής που παρουσιάζεται στο ταξίδι που αναλαμβάνει ο ήρωας/η ηρωίδα του παραμυθιού και τυπικά οδηγεί από την δυστυχία στην υψηλότερη ολοκλήρωση, μπορεί να μας αποκαλύψει διάφορους τρόπους για να βοηθήσουμε, ως θεραπευτές ή ψυχοπαιδαγωγοί, τα παιδιά, αλλά συχνά και τους ενήλικες, στην ανηφορική πορεία της ζωής τους. Χρειάζεται ωστόσο να θυμόμαστε πως καμία τεχνική ή μέθοδος δεν μπορεί να απαντήσει ολόπλευρα στις πολυδιάστατες ανάγκες των παιδιών, συναισθηματικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές, γνωστικές, βιολογικές. Ως εκ τούτου, τα παραμύθια έρχονται να λειτουργήσουν επικουρικά και συμπληρωματικά στο φάσμα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται σε ένα ψυχοπαιδαγωγικό ή θεραπευτικό πλαίσιο παρέμβασης.
______________
Το παρόν άρθρο βασίζεται στην ανακοίνωση των Σ.Δουλάμη & Α.Σ Αντωνίου με τίτλο:  Η γοητεία των παραμυθιών:  Χρήση και αξιοποίηση τους στο χώρο της ειδικής αγωγής, στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών εκπαίδευσης, Αθήνα 27-30 Μαϊου 2010 



Βιβλιογραφικές παραπομπές 
q Bettelheim, Μ. (1995). Η Γοητεία των Παραμυθιών. Μια Ψυχαναλυτική Προσέγγιση. Αθήνα: Γλάρος.  
q   Brun, B., Pedersen, E. & Runderg, M. (1993). Symbols of the Soul. Therapy and Guidance through Fairy Tales. London: Jessica Kingsley Publisher
q  Cooper, J.C. (2007). Ο Θαυμαστός κόσμος των παραμυθιών. Αλληγορίες της Εσωτερικής ζωής. Πορεία προς την Ωριμότητα. (ε’ έκδοση). Αθήνα: Θυμάρι
q Egan, K. (1999). Children's minds: Talking rabbits and clockwork oranges. NY: Teachers College Press.
q   Elliade, M. (1991). Εικόνες και Σύμβολα. Το συλλογικό υποσυνείδητο.Αθήνα: Αρσενίδης
q   Gallas, K. (1994). The languages of learning: How children talk, write, dance, draw, and sing their understanding of the world. N.Y: Teachers College Press.
q  Gersie, A. & King, N. (1992). Story making in Education and Therapy. (2nd ed). London: Jessica Kingsley Publishe
q  Gottman, J. (2000). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη των Παιδιών. Πώς να μεγαλώνουμε παιδιά με συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
q   Grimm, J. &V. (2006). Τα παραμύθια των αδελφών Γκρίμμ. (Τόμος Α΄) Αθήνα: Άγρα
q Jung, C. & Kerenyi, C. (2008). Η Επιστήμη της Μυθολογίας. Αθήνα: Ιάμβλιχος
q  Κουρκούτας, Η. (2010). Ψυχαναλυτική προσέγγιση των παραμυθιών και η χρήση παιδικών ιστοριών στην Ψυχοθεραπεία και την Ειδική Αγωγή. Στο Πουρκός, Μ (επιμ). Τέχνη Παιχνίδι Αφήγηση. Ψυχολογικές και Ψυχοπαιδαγωγικές Διαστάσεις. (σελ 481-521).Αθήνα: Τόπο 
q  McCabe, A. (1997). Cultural background and storytelling: A review and implications for schooling. The Elementary School Journal, 97(5), 453-473.
q  Mello, R. (2001). The Power of Storytelling: How Oral Narrative Influences Children's Relationships in Classrooms. International Journal of Education & the Arts, 2 (1). 
http://www.ijea.org/v2n1/
q       Paley, V.G. (1990). The boy who would be a helicopter: The uses of storytelling in the classroom. Cambridge, MA: Harvard University Pressello, R. (2001). 
q       Πελασγός, Σ. (2ΟΟ7). Τα Μυστικά του Παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης. Αθήνα: Μεταίχμιο
q   Προύσαλης, Δ. (2010). Λαϊκό παραμύθι και αφηγητής: όταν η τελευταία λέξη για τον κόσμο δεν έχει ακόμα ειπωθεί. Στο Πουρκός, Μ (επιμ). Τέχνη Παιχνίδι Αφήγηση. Ψυχολογικές και Ψυχοπαιδαγωγικές Διαστάσεις. (σελ 469-480). Αθήνα: Τόπος
q   Winnicott,  D. (2003). Διαδικασίες Ωρίμανσης και Διευκολυντικό Περιβάλλον. Μελέτες για την θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης. Αθήνα:  Ελληνικά Γράμματα
q   Von Franz, M.L. (1996). The Interpretation of Fairy Tales. (Rev. ed). Boston: Shambhala publications
q   Vygotsky, L.S.(1971/2010). Τέχνη και Ζωή (μτφ. Μ.Πουρκός). Στο Πουρκός, Μ (επιμ). Τέχνη Παιχνίδι Αφήγηση. Ψυχολογικές και Ψυχοπαιδαγωγικές Διαστάσεις. (σελ 141-167).Αθήνα: Τόπος
q  Zipes, J. (1994). Fairy Tale as Myth, Myth as Fairy Tale.  Lexington:  University of Kentucky Press