Αναζητώντας τη γυναικεία ταυτότητα με βοηθό ένα παραμύθι



Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός μυλωνάς που είχε μια πανέμορφη κόρη, όταν συνάντησε τον  βασιλιά του παινεύτηκε πως η θυγατέρα του γνέθει το άχυρο σε χρυσάφι. Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε και του ζήτησε να φέρει την κοπέλα στο παλάτι για να τη δοκιμάσει. Την πρώτη ημέρα η κοπέλα κλείνεται σε ένα δωμάτιο γεμάτο άχυρα που θα πρέπει να γνέσει σε χρυσάφι, αν θέλει να ζήσει. Η κοπέλα που δεν έχει ιδέα πώς μπορεί να φέρει εις πέρας αυτήν τη δουλειά κλαίει απαρηγόρητη ώσπου ξαφνικά ένα παράξενο μικρό ανθρωπάκι εμφανίζεται και της ζητά να του δώσει κάτι σε αντάλλαγμα για να γνέσει αυτός για λογαριασμό της, το άχυρο σε χρυσάφι. Η κοπέλα του δίνει σε αντάλλαγμα το χρυσό της περιδέραιο. Την επόμενη ημέρα ο βασιλιάς, χαρούμενος μα άπληστος καθώς ήταν, οδήγησε την κοπέλα σε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο άχυρα που θα έπρεπε να γνέσει ως το πρωί σε χρυσό. Τότε εμφανίζεται πάλι ο νάνος που γνέθει από τα άχυρα χρυσάφι,  και η κόρη του δίνει σε αντάλλαγμα για την βοήθεια του το χρυσό της δαχτυλίδι. Την τρίτη ημέρα, η κόρη οδηγείται σε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο άχυρα και αν καταφέρει να τα γνέσει σε χρυσάφι, θα παντρευτεί τον βασιλιά. Το ανθρωπάκι εμφανίζεται ξανά αλλά η κόρη δεν έχει να δώσει κάτι σε αντάλλαγμα, έτσι ο νάνος της ζητά να του τάξει το πρώτο της παιδί. Η κόρη γίνεται βασίλισσα, αλλά ο νάνος έρχεται να πάρει την αμοιβή του, το πρώτο παιδί της βασίλισσας. Η βασίλισσα είναι απαρηγόρητη, ο νάνος την λυπάται και της δίνει μια ευκαιρία: θα μπορέσει να κρατήσει το παιδί της, μόνο αν καταφέρει να μάθει ποιο είναι το όνομά του νάνου, μέσα σε τρεις ημέρες. Δυο μέρες περνούν και η βασίλισσα δεν έχει καταφέρει να βρει το σωστό όνομα, παρά τις προσπάθειές της. Την τρίτη ημέρα, ο απεσταλμένος της βασίλισσας επιστρέφει και της διηγείται πως σε ένα βουνό, είδε ένα σπιτάκι και ένα ανθρωπάκι που χόρευε γύρω από μια φωτιά τραγουδώντας: τι καλά που κανείς δεν ξέρει ότι με λένε Ρουμπελστίσκιν.Όταν το ανθρωπάκι πήγε στην βασίλισσα, χαρούμενο που θα έπαιρνε το βασιλόπουλο, η βασίλισσα του ρώτησε μήπως το όνομα του είναι Ρουμπελστίνσκιν. Ο νάνος τότε, που πίστεψε πως ο διάολος της είχε φανερώσει το όνομά του, έγινε έξαλλος από θυμό και έκοψε στα δυο το κορμί του.

  To παραμύθι του Ρουμπελστίνσκιν                                 
Το παραμύθι του Ρουμπελστίνσκιν μας μιλά για την προβληματική της εφηβείας και την απόκτηση γυναικείας σεξουαλικής ταυτότητας. Σε αυτόν τον άξονα θα επιχειρήσουμε την ανάλυση του παραμυθιού μέσα από τρεις διαστάσεις: την ψυχολογική, τη συμβολική και την συμπεριφορική. Θα εξετάσουμε το ψυχολογικό υπόβαθρο του παραμυθιού, τα σύμβολα που ως αρωγοί στο παραμύθι μεταδίδουν μια γνώση που αποκαλύπτει τις μυστικές μορφές της ουσίας του ανθρώπινου όντος (Elliade, 1994) και τέλος θα προσεγγίσουμε τη στάση της ηρωίδας που την ανακυρρήσει νικήτρια όλων των δοκιμασιών της. 
Όπως κάθε ανάλυση, έτσι και αυτή που εκτυλίσσεται σε αυτό το κείμενο, συνιστά μια οπτική μέσα από την οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το συγκεκριμένο παραμύθι. 
            
Ψυχολογικές ανιχνεύσεις
Η ηρωίδα που ενοικεί στον φανταστικό κόσμο του παραμυθιού, καλείται, όπως και κάθε κορίτσι του πραγματικού κόσμου της ζωής, μέσα από το πέρασμα οδυνηρών μα καθ’ όλα απαραίτητων σταθμών, να ενταχθεί στην χώρα των ενηλίκων. Άλλοτε με μικρή άλλοτε με μεγαλύτερη δυσκολία, τέτοιοι σταθμοί προετοιμάζουν σταδιακά το κορίτσι του παραμυθιακού και πραγματικού κόσμου, να υποδεχθεί την ενήλικη ταυτότητα και το μυούν στην ένδυση της γυναικείας του υπόστασης. Κάποιες φορές, συμβαίνει αυτό το ταξίδι να ξεκινάει απρόσμενα, χωρίς την συγκατάθεση της ταξιδεύτριας, όπως στο παραμύθι, όπου ο πατέρας καυχάται για λογαριασμό της κόρης του και αποφασίζει να την στείλει σε μια δοκιμασία που ενέχει τον κίνδυνο να της στερήσει την ζωή, εκτός και αν τα καταφέρει, οπότε θα αμειφθεί με μια καλύτερη ζωή από αυτήν που μπορεί να της προσφέρει ο πατέρας.

Η κόρη του μυλωνά υπακούει σε ένα παράδοξο καύχημα του πατρός της και δέχεται αδιαμαρτύρητα να αφεθεί στην εξουσία του, την οποία δεν διαψεύδει μπροστά στην εξουσία ενός άλλου άντρα, του βασιλιά. Έτσι, η κόρη διέρχεται από μια δοκιμασία, την οποία η ίδια, με μια πρώτη ανάγνωση, δεν φαίνεται να έχει επιλέξει αλλά και ούτε μπορεί να φέρει εις πέρας με τις δικές της δυνάμεις. Η στάση της μυλωνοπούλας στο παραμύθι, μοιάζει να ακολουθεί μια στερεοτυπική άποψη για την γυναικεία συμπεριφορά και ιδιαίτερα για την στάση της καλής κόρης απέναντι στον πατέρα, στις απαιτήσεις του οποίου δεν αντιτίθεται. Από ψυχαναλυτική ματιά, θα λέγαμε πως η στάση της ηρωίδας σκιαγραφεί ένα οιδιποδειακό προφίλ. Από την κατάσταση της παιδικής προσκόλλησης προς το πατρικό πρότυπο, η ηρωίδα εισέρχεται εκ νέου στη οιδιπόδεια προβληματική. Αν και η κλασσική οιδιπόδεια περίοδος εμφανίζεται στην νηπιακή ηλικία (3,5-6 ετών), η οιδιπόδεια προβληματική επανα-πυροδοτείται στην εφηβεία, όπου εμφανίζονται βιολογικές αλλαγές και ζητήματα που προκαλούν άγχος, όπως η σεξουαλική ταυτότητα, η σεξουαλική ωρίμανση, οι συγκρούσεις με γονείς και η επίτευξη κάποιων στόχων.
Μακριά από την πατρική προστασία λοιπόν, η κόρη καλείται να φέρει εις πέρας την αποστολή της: αποστολή που εμπεριέχει δοκιμασίες που πάλλονται ανάμεσα στην εποικοδομητική ενόρμηση για αγάπη και δημιουργία και την επιθετική ενόρμηση για καταστροφή και θάνατο, αγγίζοντας το δίπολο Έρωτα-Θανάτου, μέσα στο οποίο ο Freud είδε να εκτυλίσσεται όλη η ανθρώπινη ιστορία (Young, 2009). Αν τα καταφέρει, η ηρωίδα θα εγκαινιάσει μια νέα ζωή κατακτώντας την ολοκλήρωση της γυναικείας ταυτότητας και την ικανότητα να συνάψει στενές διαπροσωπικές σχέσεις, να αγαπήσει, να αγαπηθεί και να δώσει την ζωή παρακάτω. Κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών αυτών, που αντικατοπτρίζουν μια απόπειρα κυριαρχίας απέναντι στους γονείς, τον πατέρα στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ηρωίδα καταλήγει να πενθεί, μιας και αγνοεί την τέχνη της μετατροπής του άχυρου σε χρυσάφι. Με ψυχολογικούς όρους, θα λέγαμε πως η ηρωίδα κλαίει για την μεγάλη περίοδο εξάρτησης από τους γονείς, που τώρα καλείται να αφήσει προκειμένου να ωριμάσει. Από την άλλη, ο χαρακτήρας των δοκιμασιών μοιάζει να σκιαγραφεί την περίπλοκη αναπτυξιακή διαδικασία, από την οποία διέρχεται το άτομο ώστε να εξελίξει την ικανότητά του για αγάπη προς άλλα υποκείμενα, εκτός των γονεϊκών μορφών.
Μέσα από την εμφάνιση παράξενων βοηθών, η ηρωίδα του παραμυθιού αντεπεξέρχεται στις δοκιμασίες, που προσιδιάζουν στην οιδιπόδεια προβληματική, και κατορθώνει να τις επιλύσει επιτυχώς. Τις  φαινομενικά ανυπέρβλητες δοκιμασίες της ηρωίδας και την τρομακτική μορφή του νάνου μπορούμε να παραλληλίσουμε με την αμφιθυμία που βιώνεται σε κάθε στάδιο ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, με τις ασυνείδητες φαντασιώσεις και τα ψυχωσικά άγχη που βρίσκονται πίσω από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και διαδραματίζουν έναν ρόλο για τα συναισθήματα που βιώνει το παιδί γύρω από την κατάσταση άγνοιας στην οποία βρίσκεται: απογοητευμένο, σεξουαλικά ανίκανο, αδύναμο (Klein όπ. αναφ. στο Mitchell, 1986). Η πορεία προς την λύση, όπως ανιχνεύεται στις δοκιμασίες της ηρωίδας, φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι η  επίλυση του οιδιποδείου συμπλέγματος για τα κορίτσια, όπως υποστήριξε ο Freud,  διεξάγεται με πολύ πιο αργό ρυθμό, πιο ήπια και λιγότερο βάναυσα και απότομα από ότι στα αγόρια (Young, 2009). Η τελική δοκιμασία της ηρωίδας ωστόσο, που έρχεται σε ένα άλλο χρονικό στάδιο μετάβασης και την βρίσκει  για άλλη μια φορά απροετοίμαστη, μας υπενθυμίζει πως η οιδιπόδεια κατάσταση που αναβιώνει, όταν το άτομο περνά από την θέση του παιδιού στην θέση του γονέα, δεν τελειώνει ποτέ. Η ψυχική επεξεργασία ξαναγίνεται σε κάθε καινούργια κατάσταση που συναντά κανείς στην ζωή του, σε κάθε φάση εξέλιξης και κάθε φορά που αποκτά κανείς μια σημαντική εμπειρία ή γνώση. Η λύση του οιδιποδείου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή εξέλιξη του υπερεγώ, την ανάπτυξη δηλαδή συνειδήσεως του καλού και του κακού, που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ταυτότητας του ατόμου, η ο οποία και ολοκληρώνεται με το πέρασμα από την εφηβεία στο γενετικό στάδιο (Χαρτοκόλλης, 1991).
 Στην πραγματικότητα, η επίλυση του οιδιποδείου, όπως αναφέρει ο Freud αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο κυριαρχίας πάνω στην αρχαϊκή, ζωώδη κληρονομιά της ανθρωπότητας, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι δυνάμεις που θα πρέπει το άτομο να βάλει σε τάξη και να επεξεργαστεί, ώστε να αποτελέσουν στη συνέχεια τους βοηθούς για την μετέπειτα πολιτισμική του ανάπτυξη (Young, 2009).  

Ο λόγος των συμβόλων

Μέσα από τη ρυθμική γλώσσα των συμβόλων, η ιστορία του παραμυθιού μας αφηγείται ένα ταξίδι γυναικείας μεταμόρφωσης. Η μυητική λειτουργία που υπηρετεί το παραμύθι του Ρουμπελστινσκιν δεν είναι άλλη από την υπερβατική τελετή της εφηβικής μύησης. Όπως και κάθε μύηση, περιλαμβάνει μια τριπλή αποκάλυψη: του ιερού, του θανάτου και της σεξουαλικότητας, εμπειρίες που ο μυημένος τις γνωρίζει, τις αποδέχεται και τις ενσωματώνει στο καινούργιο του εγώ. Το μυστήριο της μύησης αποκαλύπτει στην νεοφώτιστη ηρωίδα, σιγά-σιγά την πραγματική διάσταση της ύπαρξης, της, την οδηγεί στο μυστηριακό και έτσι την υποχρεώνει να αναλάβει τις ευθύνες της ως άνθρωπος (Elliade, 2002). Η μετάβαση από τον κοριτσίστικο κόσμο, στον κόσμο των ενηλίκων γυναικών, αναπαριστάται μέσα από διακριτά σύμβολα στο παραμύθι, που απεικονίζουν την απόκτηση νέων ταυτοτήτων της ηρωίδας και τα εμπόδια που αυτή κάθε φορά συνεπάγεται. Στον τελικό σταθμό του ταξιδιού, παρακολουθούμε την ηρωίδα να ενδύεται μια νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα  που συνθέτει αρμονικά πια τις τρεις διαστάσεις, αυτήν της γυναίκας, της συζύγου και της μητέρας. Το παραμύθι διέπεται από την συμβολική επανάληψη του αριθμού των τριών, τις τρεις δοκιμασίες, τις τρεις ευκαιρίες, τα τρία ανταλλάγματα-δώρα, τις τρεις γυναικείες ταυτότητες. Η αριθμητική επανάληψη των τριών, μας παραπέμπει σε μια πνευματική σύνθεση. Αντιπροσωπεύει την λύση της σύγκρουσης που θέτει ο δυϊσμός και εκφράζει την επάρκεια ή εξέλιξη της ενότητας στην ίδια την εσωτερική της υπόσταση (Cirlot, 1995).
Η εμφάνιση των δίπολων, ως ένα επίσης βασικό συστατικό του παραμυθιού, μας δεικνύει την σύγκρουση που θέτει ο δυϊσμός, σύγκρουση που οδηγεί σε ρήξη, αντιπαράθεση ή ακινητοποίηση αν οι δυνάμεις είναι ισόρροπες. Το δυο συμβολίζει επίσης την σκιά, τη σεξουαλικότητα όλων των πραγμάτων και όντων, το δυϊσμό που ερμηνεύεται ως σύνδεσμος του αθανάτου με τον θνητό, του μεταβλητού με το αμετάβλητο (Cirlot, 1995). Αυτός ο δυϊσμός, εμφανίζεται σε όλους τους αντρικούς χαρακτήρες του παραμυθιού που εμφανίζονται με μια διπλή υπόσταση, με διττούς ρόλους καθώς είναι ταυτόχρονα καλοί και κακοί, βοηθοί και συνάμα εχθροί. Μέσα από τη διττή μορφή των αντρικών χαρακτήρων, εκφράζεται ο φόβος της κόρης σε σχέση με τον αρσενικό, φόβος που ενέχει μια σεξουαλική διάσταση, καθώς το παραμύθι μιλά για την απόκτηση γυναικείας ταυτότητας, για την μύηση της κόρης στον σεξουαλικό κόσμο των ενηλίκων.
Όταν η ηρωίδα καλείται να αντιμετωπίσει την διπλή φύση του πατρός, του συζύγου και του παράξενου νάνου, στην πραγματικότητα καλείται να αντιμετωπίσει τα δικά της αμφιθυμικά συναισθήματα που γεννά η κατάσταση της μετάβασης στην οποία εμπεριέχεται η σύναψη ετερόφυλων σχέσεων. Σε αυτή την κατάσταση, τα αμφιθυμικά συναισθήματα συνοδεύουν την νέα σχέση αλληλεπίδρασης που αναδύεται μεταξύ του εαυτού με τον Άλλον. Η αποστολή της ηρωίδας φαίνεται να την προσκαλεί να εμπεριέξει την διπλή φύση του εαυτού της και του Άλλου (άντρα), την αμφιθυμική ψυχοσυναισθηματική κατάστασης ως απόρροια ασυνείδητων ενορμήσεων και αγχώδων φαντασιώσεων, και εν τέλει να προβεί σε μια πνευματική, ενιαία και αρμονική σύνθεση των τριών μερών του εαυτού της (Εγώ- Εκείνο-Υπερεγώ) που θα την οδηγήσουν σταδιακά στην σύναψη υγιών ετερόφυλων σχέσεων (στο παραμύθι εκφράζεται με τη συμβολική σύναψη του γάμου).
Όλες αυτές οι χαοτικές και απειλητικές ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις, που συνοδεύουν την επώδυνη μετάβαση από το ένα ηλικιακό στάδιο στο άλλο, γεννούν τον φόβο στην ψυχή της ηρωίδας, προκαλώντας της θλίψη, απογοήτευση, συναίσθημα αβοηθησίας. Καθώς το ανεξήγητο, και ιδιαίτερα το τρομακτικά ανεξήγητο, δεν αντέχεται για πολύ καιρό, η ηρωίδα του παραμυθιού καλείται σε μια νέα δοκιμασία, που δεν είναι άλλη από την εύρεση ενός παράξενου ονόματος. Η ηρωίδα θα πρέπει, μέσα σε τρεις ημέρες, να μάθει το ασυνήθιστο όνομα του παράξενο νάνου, προκειμένου να μπορέσει να κρατήσει το παιδί της και άρα να υιοθετήσει μια νέα ταυτότητα, αυτήν της μητέρας-τροφού. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την αναζήτηση του ονόματος ως μια προσπάθεια να αποδοθεί ένα νόημα στις χαοτικές ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις, που συνοδεύουν την ηρωίδα σε αυτήν την τελευταία μετάβαση. Η δοκιμασία αυτή την φορά εισάγει την δύναμη του λόγου. Πρόκειται για την δύναμη της γλώσσας που συνιστά μια από τις κυριότερες μεθόδους που διαθέτουμε για να ασκούμε έλεγχο, εφόσον η απόδοση ονόματος (σε ένα συμβολικό ή υπαρκτό αντικείμενο) μας βοηθά να αποκτήσουμε μια αίσθηση κυριάρχησης ή ελέγχου πάνω σε δυνάμεις χαοτικές και απείθαρχες. Όλοι οι πολιτισμοί επιχειρούν να δώσουν νόημα σε χαοτικές και απειλητικές καταστάσεις του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος καθώς και της ίδιας της ύπαρξης (Yalom, 2006).
Όταν οι δυνάμεις ονοματίζονται, οριοθετούνται και άρα μπορούν να τεθούν υπό την εξουσία του ελέγχου μας. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που σε πολλές παραδόσεις, το όνομα ενός πλάσματος, ανθρώπινού ή μη, θεωρείται μέρος του εαυτού του, αναπόσπαστο κομμάτι και η γνώση του ονόματος θέτει τον κάτοχο του, είτε είναι θεότητα, φάντασμα, ξωτικό ή άνθρωπος, στην εξουσία κάποιου άλλου (Cooper, 2007). Η ηρωίδα καταφέρνει (με τη βοήθεια ενός άντρα) να μάθει το όνομα του νάνου και κυριαρχεί επάνω του, οδηγώντας τον τελικά σε διαμελισμό. Αν δούμε, με όρους ψυχολογίας, τον χαρακτήρα του νάνου ως ένα αντικείμενο στο οποίο προβάλλονται όλοι οι κρυμμένοι φόβοι και οι βίαιες σκοτεινές όψεις της προσωπικότητας της ηρωίδας, ο διαμελισμός φαίνεται να συνιστά μια καθαρτήρια πράξη που επιτρέπει στην σκιώδη πλευρά της προσωπικότητας να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί (Cooper, 2007).
Αυτή η σκιά προβάλλεται, θα λέγαμε, πάνω στον νάνο, ο οποίος συμβολίζει τις δυνάμεις που υπάρχουν πέρα από το συνειδητό κόσμο (Cirlot, 1995). Περιλαμβάνει την αρνητική πλευρά της προσωπικότητας, το σύνολο όλων των δυσάρεστων ιδιοτήτων που δεν θέλουμε να φανερώσουμε καθώς και λειτουργίες, περιεχόμενα του προσωπικού ασυνειδήτου που δεν έχουν αναπτυχθεί αρκετά ώστε να περάσουν στο συνειδητό. Αυτή η πλευρά του ασυνειδήτου, που έχει κατά τον Jung έναν δαιμονικό δυναμισμό, κάνει το άτομο να αντιστέκεται έντονα στην ιδέα της ύπαρξης της σκιάς και να την απωθεί στο ασυνείδητο, συχνά δε να αισθάνεται τρόμο (Κανελλοπούλου, 1994). Για να απαλλαγεί από το βάρος των αρνητικών χαρακτηριστικών, το άτομο τείνει να τα προβάλλει έξω από τον εαυτό του, σε ένα αντικείμενο, σ’ ένα άλλο άτομο, στην περίπτωση του παραμυθιού το νάνο, που ενέχει την θέση αυτού του προβλητικού αντικειμένου. Καθώς η συναισθηματική φύση, η αυτονομία και η κτητική ιδιότητα φέρονται ως κύριες ιδιότητες αυτών των σκοτεινών χαρακτηριστικών της σκιάς (Κανελλοπούλου, 1994), δεν αποτελεί εντύπωση που ο νάνος του παραμυθιού εσωκλείει όλες αυτές τις ιδιότητες: εμφανίζεται αυτόνομος και δυνατός, με κτητική διάθεση καθώς ζητά από την ηρωίδα αντικείμενα που της ανήκουν για να τα θέσει στην δική του κατοχή με τελευταίο επιθυμητό απόκτημα το παιδί της, προκαλεί συναισθηματικές καταστάσεις στην ηρωίδα που την ταξιδεύουν ανάμεσα στον δρόμο της χαρά και της λύπης.

Το πέρασμα στην πράξη
Η δράση της ηρωίδας αποτελεί  μια πορεία προς την αυτογνωσία, την οποία κατακτά, όπως είδαμε, μέσα από την υπερνίκηση των δυσκολιών που γεννά το ασυνείδητό της. Σύμφωνα με τον Jung, το άτομο δεν μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της σκιάς παρά μόνο αν καταβάλει σοβαρή ηθική προσπάθεια, ξεκινώντας με την αναγνώριση ότι οι σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητας είναι πραγματικές και παρούσες (Κανελλοπούλου, 1994). Αυτή η πορεία προς την γνώση του εαυτού, που συνοδεύει το ταξίδι της επίλυσης της οιδιπόδειας προβληματικής, παρομοιάζεται με έναν ηθικό άθλο, μια σοβαρή προσπάθεια που διέπεται από την αιώνια δυναμική αρχή του δούναι και λαβείν. Το ταξίδι της ηρωίδας προς την σεξουαλικότητα και την αναζήτηση ταυτότητας δεν μπορεί να παραβλέψει τον συμπαντικό νόμο της ανταπόδοσης, έτσι για κάθε βοήθεια που λαμβάνει από τον παράξενο βοηθό της, καλείται να προσφέρει ένα αντάλλαγμα, ένα αντικείμενο που βρίσκεται στην κατοχή της.
Η σειρά των αντικειμένων που αποχωρίζεται ως ανταπόδοση για την βοήθεια που έλαβε από το νάνο να γνέσει το άχυρο σε χρυσάφι, να μετουσιώσει δηλαδή την ασεξουαλική κοριτσίστικη φύση της σε σεξουαλική ωριμότητα (ή με μια άλλη ανάγνωση την υλική της υπόσταση σε πνευματική) ενέχει μια συμβολική διάσταση. Το περιδέραιο, ως πρώτο αντικείμενο που αποχωρίζεται από την κατοχή της, εκφράζει την ένωση διαφορετικών στοιχείων, αντιπροσωπεύει ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην εγγενή διάλυση κάθε πολλαπλότητας (μια αρνητική κατάσταση) και την πραγματική ένωση του συνεχούς. Συμβολίζει τη σχέση και τον δεσμό, εγκόσμιο ή κοσμικό Cirlot, 1995). Το χρυσό δαχτυλίδι, που ανταλλάσσει ως δεύτερο αντικείμενο για την βοήθεια που της παρέχεται, αναπαριστά συμβολικά την συνέχεια και ολότητα, αποτελεί έμβλημα γάμου και αιώνιας επανάληψης των κύκλων του χρόνου, ενώ το υλικό του χρυσού από το οποίο είναι φτιαγμένο μας παραπέμπει σε κάτι ανώτερο (Cirlot, 1995). Το χρυσό δαχτυλίδι συμβολίζει την πνευματική ή σεξουαλική διάσταση του εαυτού που είναι σε θέση να σχετίζεται, την ολοκλήρωση του εσώτερου είναι (Brun, 1993).
Η ηρωίδα μας απέναντι στο νάνο, που κατά μια άλλη ερμηνεία, εκφράζει αρχέγονες καταστάσεις του άντρα που μπορούν να τεθούν υπό τον έλεγχο (Brun, 1993), παραδίδει σε ανταλλάγματα σημαντικά συμβολικά δώρα που σχετίζονται με την ίδια της την ύπαρξη. Σε μια πρώτη ανάγνωση αυτό φαντάζει παράδοξο, ωστόσο αν εκλάβουμε το γνέσιμο ως μια μαγική θηλυκή δύναμη που ενώνει τις δυο πλευρές, την ενεργητική αρσενική πλευρά και την παθητική θηλυκή, που ενώνουν τα νήματα της ζωής σε μια μονάδα (Cooper, 2007) κατανοούμε το διαχρονικό μήνυμα που μεταφέρει το παραμύθι: η μετάβαση στον κόσμο των ενηλίκων και η σύναψη ετερόφυλων δεσμών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την αναγκαία θυσία-απάρνηση κάποιων μερών της προσωπικότητας, ώστε το εγώ να ενδυθεί νέες ταυτότητες που σταδιακά θα το οδηγήσουν στην οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου εαυτού. Με ψυχαναλυτικούς όρους θα λέγαμε πως ασυνείδητα κομμάτια αποχωρούν από την άβυσσο του ασυνειδήτου και αντικαθίστανται με συνειδητές μορφές. Μέσα από αυτές τις αναγκαίες θυσίες, η ηρωίδα καταφέρνει να δεχθεί την αρχικά τρομακτική φύση του άντρα, να αποδεχθεί την σεξουαλικότητά της και τελικά να οδηγηθεί στην ένωση των δεσμών του γάμου: από τον ρόλο της κόρης μεταβαίνει στους ρόλους της γυναίκας και συζύγου.
Η τρίτη δοκιμασία διαχωρίζεται από τις δυο προηγούμενες, καθώς για να υλοποιηθεί απαιτεί από την ηρωίδα ένα αντάλλαγμα που δεν κατέχει στο παρόν: της ζητείται στην πραγματικότητα μια θυσία που θα κληθεί να πραγματοποιήσει στο μέλλον. Το δίλημμα που τίθεται αφορά, όπως είδαμε, σε μια επιλογή ανάμεσα στο δίπολο ζωής και θανάτου, και ανάμεσα σε αυτή την προβληματική δεν μπορεί παρά η επιλογή της ηρωίδας να εξυμνεί τη ζωή. Με αντάλλαγμα την σωτηρία της ζωή της, η ηρωίδα πείθεται και συμφωνεί να δώσει στο νάνο, ένα από τα πιο σημαντικά μελλοντικά αποκτήματα της ζωής της, το ίδιο της το παιδί. Κατά τη στιγμή της συμφωνίας της, η κόρη και μελλοντική μητέρα μοιάζει να αγνοεί την αξία αυτού του ανταλλάγματος που τάζει ή ευελπιστεί πως μπορεί να το αποφύγει, μιας και η βίωση της μητρότητας γίνεται ακόμα με όρους φανταστικούς και όχι πραγματικούς. Όταν όμως το πέρασμα του χρόνου έχει σημάνει και η ανάδυση της νέας ταυτότητας έχει ολοκληρωθεί, η επανεμφάνιση του νάνου ταράζει τα ήρεμα νερά της ευτυχίας στα οποία πλέει η ηρωίδα ως νέα μητέρα.
Η εμφάνιση του νάνου που ζητά της εκπλήρωση της θυσίας, φαίνεται να απεικονίζει, σε αυτό το στάδιο της μητρότητας που ολοκληρώνει το παζλ της γυναικείας ταυτότητας, ότι τα ήρεμα νερά ταράζονται από πλήθος αντιφατικών συναισθημάτων, που βιώνει η νέα μητέρα απέναντι στη καινούργια ζωή που έχει φέρει στον κόσμο. Αυτά τα οδυνηρά, συχνά καταθλιπτικά συναισθήματα καλείται να αντιμετωπίσει η νέα μητέρα, όπως η βασίλισσα του παραμυθιού, θυσιάζοντας αυτό το σκοτεινό μέρος του εαυτού της προς χάριν της συνέχισης της ζωής. Μια τέτοια θυσία δεν μπορεί παρά να συμφωνεί με την αρχετυπική εικόνα της καλής μητέρας. Στην τελευταία, ωστόσο, δοκιμασία της ηρωίδας, αποκαλύπτεται με έμμεσο τρόπο η διπλή φύση του μητρικού αρχετύπου, που εσωκλείει συνάμα ιδιότητες θετικές, όπως η μητρική φροντίδα, η μαγική εξουσία του θηλυκού του, η σοφία και η πνευματική έξαρση που υπερβαίνει τη λογική, όλα τα ένστικτα ή τις παρορμήσεις που υποθάλπουν την ανάπτυξη και την γονιμότητα και ιδιότητες αρνητικές, όπως οτιδήποτε σκοτεινό και μυστικό, την άβυσσο, ό,τι καταβροχθίζει, αποπλανεί και δηλητηριάζει, ό,τι είναι τρομακτικό και αναπόφευκτό όπως η μοίρα (Jung, 1995). Η ηρωίδα, ως καλή μητέρα, αγωνίζεται για να κρατήσει το παιδί της και τελικά καταφέρνει να υπερνικήσει την σκιώδη πλευρά της προσωπικότητάς της που σχετίζεται με την γέννηση του παιδιού, να επαναπροσδιορίσει την σχέση της ως μητέρα μα και γυναίκα συνάμα με τον άντρα της, σχέση που πια τίθεται σε νέες βάσεις, και να ενδυθεί μια τρισυπόστατη ολοκληρωμένη ταυτότητα γυναικείας φύσης.


                                                                                                             ©Σταυρούλα Δουλάμη, Ψυχολόγος
Βιβλιογραφικές παραπομπές
           
Brun, B., Pedersen, E. & Runderg, M. (1993). Symbols of the Soul. Therapy and Guidance through Fairy Tales. London: Jessica Kingsley Publisher
 Cirlot, J. (1995). Το λεξικό των συμβόλων (μτφ.Καππάτος). Αθήνα: Κονιδάρη.
  Cooper, J.C. (2007). Ο Θαυμαστός κόσμος των παραμυθιών. Αλληγορίες της Εσωτερικής ζωής. Πορεία προς την Ωριμότητα. (ε’ έκδοση). Αθήνα: Θυμάρι
ΕlliadeM. (2002). Ιερό και Βέβηλο (μτφ. Δεληβορίας). Αθήνα: Αρσενίδη 
 Grimm, J. &V. (2006). Τα παραμύθια των αδελφών Γκρίμμ. (Τόμος Α΄) Αθήνα: Άγρα
Jung, C. (1995). Τέσσερα αρχέτυπα: Μητέρα, Αναγέννηση, Πνέυμα, Κατεργάρης (μτφ Μπαρουξής). Αθήνα: Ιάμβλιχος
  Κανελλοπούλου, Λ. (1994). Θεωρίες Προσωπικότητας: Ψυχοδυναμικές Θεωρίες. Πανεπιστημιακές σημειώσεις. Αθήνα: Ε.Κ.Π.Α
Mitchell, J. (1986). The selected Melanie Klein. London: Peguin books
 Yalom, I. & Leszcz M (2006). Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας (επ.επιμ Ζέρβας). Αθήνα: Άγρα
Young, R. (2009). Οιδιπόδειο (μτφ Τσόγια). Αθήνα: Ροές

Η επίδραση των παραμυθιών στη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών


Σύντομη ιστορία του παραμυθιού

Οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τις διάφορες μορφές συμβολικού λόγου, μέσα από την αφήγηση μύθων και ιστοριών, ως έναν τρόπο για να δώσουν νόημα στον κόσμο τους. Οι ιστορίες πέρασαν από τη μια γενιά στην άλλη, μαρτυρώντας την γνώση, παρέχοντας το απόσταγμα της σοφίας κάθε ηλικίας, κάθε γενιάς και εποχής. Κατά την αφήγηση ιστοριών, ακροατές και αφηγητές συμμετείχαν σε μια κοινή εμπειρία που τους συνέδεε με την οικογένεια, την φυλή, το έθνος, και τους οδηγούσε, μέσα από το παρελθόν και το παρόν, προς το μέλλον (Gersie & King, 1992). Η αφήγηση παραμυθιών, μύθων και ιστοριών συνιστούσε, σε παλαιότερα κοινωνικά πλαίσια, ένα είδος προφορικής ψυχαγωγίας των ενηλίκων, καθώς λέγονταν από μεγάλους για μεγάλους. Εκτός από τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα, η διήγηση παραμυθιών, μύθων και ιστοριών κατείχε έναν μυητικό χαρακτήρα και συνέβαλε στην διατήρηση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, στην οικοδόμηση συλλογικής μνήμης και στην ενίσχυση της αίσθησης του ανήκειν.
Αυτά τα αφηγηματικά μέσα, συνιστούσαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής εμπειρίας, βοηθώντας τα άτομα να επικοινωνούν μεταξύ τους και να οργανώνουν τις εμπειρίες τους, ατομικές και κοινωνικές, σε νοητικές αναπαραστάσεις, μέσω της χρήσης του συμβολικού λόγου. Οι ιστορίες, οι μύθοι και τα παραμύθια ήταν στενά συνδεδεμένα με τα ήθη, τα πιστεύω και τις τελετουργίες της κάθε φυλής ή κοινότητας. Ανάμεσα στις διάφορες μορφές συμβολικού λόγου, το παραμύθι κατέχει μια σημαντική θέση που επιτελεί λειτουργίες σε πολλά επίπεδα ακόμα και μέχρι τις ημέρες μας. Στα παραμύθια εμπεριέχονται μερικές από τις ωραιότερες παραδόσεις της ανθρωπότητας, που μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά και από τόπο σε τόπο, μέσω του προφορικού λόγου, μέσα από την τέχνη της αφήγησης.
Μιλώντας για το παραμύθι αναφερόμαστε σε μια εφήμερη δράση της κοινότητας που στηρίζεται στην αναδημιουργία, χαρακτηρίζεται από μια ασυνείδητη δομή, εκφράζει συλλογικές αναπαραστάσεις, αποτελεί κοινή ιδιοκτησία όλων και επιβιώνει μέσα από την διάδοση (Προύσαλης, 2010). Ο λόγος του παραμυθιού, όπως μαρτυρεί και η ετυμολογία του στην ελληνική γλώσσα (παρά και μύθος, παραμυθούμαι), κατάφερε να δώσει θάρρος, να παροτρύνει, να παρηγορήσει, να συμβουλεύσει και να υποστηρίξει τους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια της μακραίωνης τους ιστορίας τους.
Αν και γνωρίζουμε ότι τα κλασσικά παραμύθια προέκυψαν από προφορικές λαϊκές παραδόσεις που προϋπήρχαν για χιλιάδες χρόνια, είναι δύσκολο να προσεγγιστεί, με χρονολογική ακρίβεια, το πότε αποτυπώθηκε σε γραπτό λόγο το πρώτο παραμύθι. Τις αρχαιότερες γραπτές ιστορίες τις βρίσκουμε στην Ανατολή, στα Ινδικά Πανχατάντρα (Τα Πέντε βιβλία), μια συλλογή σανσκριτικών παραμυθιών που χρησιμοποιούνταν για την εκπαίδευση των Ινδών αριστοκρατών, στους βουδιστικούς θρύλους Πατάκα και στους περσικούς μύθους Νεράιδες και τζίνια (Cooper, 2007). Ως πρώτο γραπτό παραμύθι, στην λογοτεχνία, συναντάται το Έρως και Ψυχή, στο μυθιστόρημα του ΑπουλήιουΜεταμορφώσεις, το 161 μ.Χ. Στην Ευρώπη, το έργο του StraparolaΕυχάριστες Νύχτες (Noti piacevoli) που τυπώθηκε το 1550 στην Βενετία, θεωρείται ως η παλαιότερη πεζή συλλογή παραμυθιών. Έναν αιώνα αργότερα, το 1634, ο Giambattista Basile, ως πρώτος συγγραφέας παραμυθιών, δημοσιεύει το Πενταήμερο που θεωρείται ίσως η καλύτερη συλλογή παραμυθιών. Ιστορίες από την συλλογή αυτή μεταφράστηκαν στην Γαλλία, από το Περώ (1560-76), και δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο Ιστορίες των ξωτικών. Η δημοφιλής αυτή συλλογή καθιέρωσε το παραμύθι στην Ευρώπη(Cooper, 2007) με τον τίτλο που είναι γνωστό μέχρι σήμερα στις αγγλόφωνες χώρες (Fairy tales). Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Wilhelm και Jacob Grimm συνέλεξαν ιστορίες από διάφορους αφηγητές-παραμυθάδες και, θέλοντας να διαφυλάξουν την Γερμανική παράδοση, τις επαναδιατύπωσαν, εκδίδοντας το Childrens and Household Talesέκδοση με την οποία το κοινό των παραμυθιών μετατοπίζεται από τους ενήλικες στα παιδιά
Αν και ιδιαίτερα δημοφιλή στον κόσμο των παιδιών, τα παραμύθια καταφέρουν να ελκύουν όχι μόνο τον παιδικό ψυχισμό αλλά και τους ενήλικες, καθώς διέπονται από πλούτο μηνυμάτων και από διάφορα επίπεδα ερμηνείας. Αυτή η πλούσια συμβολική γλώσσα των παραμυθιών και η πολυδιάστατη ερμηνεία έχει θέσει τα παραμύθια, κατά καιρούς, ως αντικείμενο μελέτης διαφόρων ανθρωπιστικών επιστημών. Η λαϊκή λογοτεχνία του παρελθόντος, που απευθυνόταν σε ενήλικες, αποτελεί σήμερα μια δομική βάση της παιδικής λογοτεχνίας. Παρά την αυξημένη πρόοδο της τεχνολογικά λόγιας κοινωνίας, η λαϊκή παράδοση των παραμυθιών κατέχει μια σημαντική θέση στην κουλτούρα της δυτικής κοινωνίας. Καθώς οι μύθοι, οι θρύλοι, οι ιστορίες και τα λαϊκά παραμύθια βοήθησαν στην διαμόρφωση της ανθρώπινης εμπειρίας, δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι ίδιες ιστορίες, σήμερα, συνιστούν στοιχεία πλούσιας αξιοποίησης μέσα στην τάξη διδασκαλίας (Mello, 2001).

Ο κόσμος του παραμυθιού
Το παραμύθι εμπεριέχοντας την έννοια του μύθου σηματοδοτεί, ως ένα βαθμό, την εγγύτητά του προς το μυθικό. Αν και ο διαχωρισμός ανάμεσα στις δυο αυτές μορφές συμβολικού λόγου, παραμύθι και μύθο, δεν είναι πάντα εύκολος, παρατηρούνται κάποιες διακριτές διαφορές. Στον μύθο περιέχονται οι ιστορίες των θεών και των θεόμορφων, οι ηρωικές μάχες και τα ταξίδια στον Κάτω Κόσμο (Jung & Kerrenyi, 2008). Ο μύθος διέπεται από ένα βαθύτερο θρησκευτικό νόημα, χαρακτηρίζεται από ιστορική βάση και εξιστορεί τα κατορθώματα- περιπέτειες συγκεκριμένων ηρώων. Οι ήρωες των μύθων φέρουν εξαιρετικές σωματικές ικανότητες και υπερφυσικές δυνάμεις, εκφράζουν δε τα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία ενός λαού. Συνήθως, η έκβαση στους μύθους έχει ένα τραγικό τέλος (Cooper, 2007).
Το παραμύθι στερείται ιστορικής και χωρικής βάσης: όλα εκτυλίσσονται σε ένα απροσδιόριστο μακρινό παρελθόν και σε έναν τόπο κοινό, ένα χωριό, ένα δάσος (Μιαν φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό βασίλειο). Η ιστορία του παραμυθιού διηγείται τις εμπειρίες ενός απλοϊκού ήρωα, που λειτουργεί σε ένα διαφορετικό επίπεδο από τους άλλους, στην λογική της καρδιάς: ο ήρωας/η ηρωίδα είναι συνήθως ο τρίτος γιος, η μικρή κόρη, ο πρίγκιπας, η βασιλοπούλα. Ως προς την ονοματοδοσία του, ο ήρωας είτε είναι ανώνυμος είτε φέρει ένα κοινότυπο όνομα (π.χ. Χανς) είτε ένα όνομα προσδιορισμού-ιδιότητας (π.χ. Σταχτοπούτα). Οι ήρωες των παραμυθιών είναι άτομα ταπεινά παραγνωρισμένα, αδικημένα από την φύση ή το περιβάλλον τους, συχνά με σωματικές αναπηρίες, ψυχικά ή σωματικά τραύματα.
Το παραμύθι διέπεται από μια συγκινησιακή γοητεία, κινείται στο χώρο της φαντασίας και χρησιμοποιεί την μαγεία, χωρίς διαχωρισμό ανάμεσα στο υπερφυσικό και την πραγματικότητα. Παράλληλα επιτρέπει την ταύτιση με αρχέτυπες καταστάσεις, καθώς στερείται χαρακτηριστικών από συγκεκριμένα πολιτισμικά πλαίσια αναφοράς (Von Franz, 1996). Οι ιστορίες των παραμυθιών εμπνέουν ένα πνεύμα αισιοδοξίας, μιας και η έκβαση τους είναι πάντα θετική, και μεταφέρουν ένα μήνυμα επιτυχίας, εφόσον ο ήρωας καταφέρνει πάντα να υπερνικήσει τις δυσκολίες του. Με την θετική έκβαση των ιστοριών τους, καταφέρνουν να κατευνάζουν τους φόβους που βιώνονται σε διάφορα αναπτυξιακά στάδια, καθησυχάζουν πως το άγνωστο μπορεί να γίνει γνωστό και συμβάλλουν στην εγκαθίδρυση μιας ευρύτερης, θετικής προοπτικής για τη ζωή ενώ παράλληλα απαντούν σε μια βαθιά ανάγκη του παιδιού (ανθρώπου) για δικαιοσύνη (Bettelheim, 1995).
Τα παραμύθια είναι πλούσια σε σύμβολα που, ακόμα και αν προέρχονται από διαφορετικές περιοχές του κόσμου, εκφράζουν τις ίδιες συμβολικές αξίες. Συχνά δε, πολλά διαφορετικά σύμβολα εκφράζουν το ίδιο φαινόμενο, μιας και αναφέρονται σε αρχετυπικές εικόνες. Ανάμεσα στα σύμβολα που συναντώνται στα παραμύθια, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές κατηγορίες (Brun, Pedersen, & Runderg, 1993):α)Σύμβολα της Φύσης, όπως  Δάσος, ξύλο (ασυνείδητο), Ζώα (απεικονίζουν τα ένστικτα),β) Μαγικά/ μυθολογικά σύμβολα , όπως Νεράιδες (καλή εικόνα της μητέρας που δίνει δώρα) Μάγισσες (κακή εικόνα της μητέρας) και γ) Πολιτισμικά σύμβολα, όπως Μητριά (καταστροφική πλευρά της ασυνείδητης εικόνας  για την μητέρα), Άσχημος/η αδελφή/ος (ψυχική, πνευματική, εσωτερική ασχήμια),Χρυσός (πνευματικό θησαυρός, σεξουαλική ωριμότητα), Δαχτυλίδι (ολοκλήρωση του εαυτού),Βασιλιάς (πατρική φιγούρα)

Ως προς την δομή τους, σε γενικές γραμμές, τα παραμύθια διέπονται από την ακόλουθη πλοκή (Cooper, 2007. Zipes, 1994): 
Αποστολή: αναχώρηση ή εξορία του πρωταγωνιστή προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα καθήκον, ένα έργο, συχνά ανυπέρβλητο.
Βοηθοί: μυστηριώδεις δυνάμεις, ξωτικά, νεράιδες, ζώα που μιλούν, δίνουν στον πρωταγωνιστή διάφορα δώρα, τον βοηθούν στην πορεία του.
Εμπόδια: οι εχθροί, κακές δυνάμεις που συναντά στον δρόμο του, με τις οποίες πρέπει να αναμετρηθεί.
Δράση του ήρωα: ο ήρωας περνά από διάφορες δοκιμασίες, βιώνει εγκατάλειψη, αντιπαρατίθεται με το κακό, χρησιμοποιεί τεχνάσματα, πονηριά, τα δώρα των βοηθών προκειμένου να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Τέλος της ιστορίας: η κατάληξη της ιστορίας οδηγεί σε ένα ευτυχισμένο τέλοςόπου το κακό πάντα τιμωρείται.Η επιτυχία του πρωταγωνιστή συνήθως οδηγεί σε: α) γάμο, βαπόκτηση αγαθών, γ) σωτηρία και σοφία, δ) συνδυασμό των τριών    
  Η κάθοδος της ψυχής στον κόσμο, η εμπειρία του ατόμου στη ζωή μέσω της μύησης, τα προβλήματα και τα εμπόδια που αντιμετωπίζει και η αναζήτηση της ενότητας αποτελούν προσφιλή και επαναλαμβανόμενα θέματα στα παραμύθια (Cooper, 2007). Η δοκιμασία, ως αναπόσπαστο μέρος της μυθοπλασίας, στον κόσμο των παραμυθιών, συνδέεται άμεσα με τη μυητική λειτουργία που τα παραμύθια υπηρετούν. Σε γενικές γραμμές, όπως αναφέρει η Robert, στην εισαγωγή των παραμυθιών των αδελφών Grimm (2006), «τα παραμύθια περιγράφουν ένα πέρασμα αναγκαίο και δύσκολο, συνδεδεμένο με φαινομενικά ακατόρθωτες δοκιμασίες, που πάντα έχει ένα καλό τέλος. Η ιστορία της δοκιμασίας, ενός επώδυνου περάσματος συνδέεται με ένα πραγματικό γεγονός που καλείται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος της κανονικής ζωής: την αναγκαία και συχνά οδυνηρή μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο, από τη μια ηλικία στην άλλη, μετάβαση που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά μέσα από αναγκαίες και επώδυνες μεταμορφώσεις, που οδηγούν σταδιακά στην επίτευξη μιας αληθινής ωριμότητας» (σελ 17).

 Η Λειτουργία των παραμυθιών: η οπτική της ψυχολογίας
Η πλειονότητα των παραμυθιών πραγματεύεται μια σειρά επαναλαμβανόμενων προβληματικών, όπως θέματα κοινωνικοποίησης,  συναισθηματικής αυτονόμησης, προβληματικές σχέσεις με το περιβάλλον που κάθε παιδί αντιμετωπίζει κατά την διάρκεια της ψυχοκοινωνικής του ανάπτυξης. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, οι θεματικές που, μέσω της χρήσης της συμβολικής γλώσσας και της μεταφοράς, πραγματεύονται τα περισσότερα παραμύθια, είναι οι ακόλουθες (Bettelheim, 1995. Κουρκούτας, 2010):
q Άγχος εγκατάλειψης από τους γονείς
qΣυγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, αντιζηλίες αδελφών
qΚοινωνική ωριμότητα, διαδικασία αυτονόμησης
qΑποδοχή αρνητικών και θετικών στοιχείων του εαυτού και των γονέων
qΑπόκτηση σεξουαλικής ταυτότητας- προβλήματα εφηβείας
qΣχέσεις παιδιού – γονιού
qΣυναισθηματική ολοκλήρωση
Όλα τα καλά παραμύθια έχουν νόημα σε πολλά επίπεδα και βοηθούν το παιδί να δομήσει την εσωτερική και εξωτερική του πραγματικότητα. Χωρίς να απαιτείται απόδοση ενός ηθικού διδάγματος ή ερμηνείας, το παιδί ανακαλύπτει μόνο του και διαισθητικά τα κρυφά νοήματα του παραμυθιού, νοήματα που έχουν σημασία για το ίδιο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, ανάλογα με το στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης (Bettelheim, 1995). Κατά έναν σχεδόν μαγικό τρόπο, θα τολμούσαμε να πούμε, τα παραμύθια αναγνωρίζουν τις διαδικασίες ωρίμανσης στην ατομική ανάπτυξη του κάθε παιδιού και παρέχουν ένα πρόσφορο έδαφος που επιτρέπει την σύνδεση με το διευκολυντικό περιβάλλον (Winnicott, 2003) του παιδιού.
Καθώς τα παραμύθια αγγίζουν καίρια ζητήματα και συναισθηματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, κινητοποιούν εύκολα, στα παιδιά, τους μηχανισμούς της προβολής και της ταύτισης (Von Franz, 1996). Οι συναισθηματικές αυτές διεργασίες, που λειτουργούν σε ένα συμβολικό-φαντασιακό επίπεδο, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην δόμηση της ψυχοσυναισθηματικής εμπειρίας του παιδιού. Οι ιστορίες των παραμυθιών, που εκφράζονται μέσα από την γλώσσα, σε επίπεδο μεταφοράς και συμβολικών αναπαραστάσεων, διευκολύνουν την ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης, των ικανοτήτων αναπαράστασης και της ψυχικής επεξεργασίας των γεγονότων της ζωής, σε επίπεδο φαντασίας (Κουρκούτας, 2010), στοιχεία που αποτελούν την βάση για την ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης και συναισθηματική νοημοσύνης (Gottman, 2000). Η αφήγηση παραμυθιών συμβάλλει ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της δημιουργικής φαντασίας των παιδιών, που κρίνεται θεμελιώδης για την ψυχοσυναισθηματική τους υγεία. Το να έχει κανείς φαντασία σημαίνει να χαίρεται έναν εσωτερικό πλούτο, μια αδιάκοπη και αυθόρμητη ροή εικόνων, να βλέπει τον κόσμο στην ολότητά του (Elliade, 1991)
Στον ονειρικό κόσμο του παραμυθιού, όπου όλα εκτυλίσσονται σε έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, η μαγική σκέψη του παιδιού βρίσκει μια πρόσφορη διέξοδο. Η μαγική δομή των παραμυθιών επιτρέπει στα παιδιά να κινηθούν σε έναν ονειρικό κόσμο χωρίς περιορισμούς και ματαιώσεις. Παράλληλα το παιδί, μέσα από τους μηχανισμούς της ταύτισης και της προβολής, έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει, να εκφράσει με λόγο τα αρνητικά του συναισθήματά, να αποδώσει μια σημασία στα προσωπικά τραυματικά βιώματα και, εν τέλει, να αναζητήσει και να βρει ένα νόημα στην ζωή του (Bettelheim, 1995). Με έναν κατανοητό και σαφή τρόπο, τα παραμύθια απαντούν σε θεμελιώδη ερωτήματα των παιδιών και διατηρούν τον μυητικό τους χαρακτήρα, καθώς μεταφέρουν σημαντικές γνώσεις και πληροφορίες για τη ζωή (Κουρκούτας, 2010).
Οι ιστορίες των παραμυθιών ενδυναμώνουν την πίστη των παιδιών στην ικανότητά τους να δομήσουν την δική τους προσωπικότητα παρά τις εξωτερικές αντιξοότητες, τις εσωτερικές συγκρούσεις ή τα αδιέξοδα που βιώνουν. Σε αυτήν ακριβώς τη δυναμική έγκειται η γοητεία των παραμυθιών. Ανάμεσα στις πολλαπλές λειτουργίες που επιτελούν, τα παραμύθια προσφέρουν μια αποτελεσματική δίοδο στα παιδιά, ώστε αυτά να μπορέσουν να εκφράσουν και να δραματοποιήσουν τα υπαρξιακά-αναπτυξιακά τους άγχη, τις εσωτερικές και εξωτερικές τους συγκρούσεις, τις αμφιβολίες τους (Von Franz, 1996). Τα παραμύθια δίνουν ένα νόημα στις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που βιώνουν τα παιδιά σε έναν πολύπλοκο, ακατανόητο συχνά και γεμάτο δυσκολίες κόσμο. Με την θετική έκβαση των ιστοριών τους, καταφέρνουν να κατευνάζουν τους φόβους που βιώνονται σε διάφορα αναπτυξιακά στάδια, καθησυχάζουν πως το άγνωστο μπορεί να γίνει γνωστό και συμβάλλουν στην εγκαθίδρυση μιας ευρύτερης, θετικής προοπτικής για τη ζωή ενώ παράλληλα απαντούν σε μια βαθιά ανάγκη του παιδιού για δικαιοσύνη (Bettelheim, 1995).
Στα παραμύθια αναγνωρίζεται η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, όπου το καλό και το κακό συνυπάρχουν. Τα πρόσωπα στα παραμύθια δεν έχουν καλές και κακές ιδιότητες ταυτόχρονα, όπως όλοι έχουμε στην πραγματικότητα. Επειδή η πόλωση κυριαρχεί στο μυαλό του παιδιού, αυτό το στοιχείο επικρατεί και στα παραμύθια. Ένα πρόσωπο είναι είτε καλό είτε κακό, ποτέ κάτι ενδιάμεσο. Για παράδειγμα η μία αδερφή είναι ενάρετη και εργατική, οι άλλες κακές και τεμπέλες, ο ένας γονιός είναι καλός ο άλλος κακός. Η παράθεση αντιθέτων επιτρέπει εύκολα στο παιδί να κατανοήσει τη μεταξύ τους διαφορά, πράγμα που θα δυσκολευόταν να κάνει αν τα πρόσωπα ήταν πιο κοντά στην πραγματική ζωή. Επιπλέον, οι επιλογές ταύτισης του παιδιού στηρίζονται όχι τόσο στο σωστό έναντι του λανθασμένου, αλλά κυρίως στο ποιο πρόσωπο του είναι συμπαθητικό και ποιο αντιπαθητικό. Όσο πιο απλός και ευθύς είναι ένας καλός χαρακτήρας, τόσο ευκολότερο είναι να ταυτιστεί το παιδί μαζί του και να απορρίψει το κακό. Συνήθως, το παιδί ταυτίζεται με τον καλό ήρωα όχι λόγω της καλοσύνης του, αλλά γιατί η κατάσταση του ήρωα ασκεί πάνω του θετική έλξη. Ωστόσο, εξαιτίας του πλούσιου υλικού των παραμυθιών με τους διάφορους ήρωες (καλούς και κακούς) και τις περίπλοκες καταστάσεις που αυτοί βιώνουν, το παιδί έχει τη δυνατότητα να ταυτιστεί και με αρνητικά πρότυπα-ήρωες, που ξεφεύγουν από τους ηθικούς περιορισμούς των γονέων, εφόσον αυτή η ταύτιση απαντά σε συγκεκριμένες ανάγκες της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης.
Κάποιες από τις βασικές επιθυμίες, συναισθήματα, παρορμήσεις και ανάγκες των παιδιών, που συχνά εμποδίζονται να εκφραστούν και καταστέλλονται στον κόσμο της καθημερινότητας από τα γονεϊκά πρότυπα, αποτελούν αγαπημένες θεματικές στις ιστορίες των παραμυθιών. Στον ασφαλή χώρο της φαντασίας, τα παιδιά μπορούν να έρθουν σε επαφή με όλο αυτό το φάσμα των «απαγορευμένων», σκοτεινών συναισθημάτων-αντιδράσεων και αρνητικών εκφάνσεων της ζωής, του εαυτού και των άλλων, χωρίς να υφίστανται τις οδυνηρές συνέπειες της καθημερινότητας ή να διαταράσσεται η αίσθηση της πραγματικότητας και η σχέση των παιδιών με τους σημαντικούς άλλους από τον κόσμο των ενηλίκων (Bettelheim, 1995).

 Θετικές επιδράσεις της αφήγησης παραμυθιών
Τα διάφορα αφηγηματικά μέσα όπως οι ιστορίες, οι μεταφορές, οι μύθοι και τα παραμύθια ασκούν μια σημαντική ψυχοπαιδαγωγική επίδραση στην ανάπτυξη των παιδιών. Οι τεχνικές της αφήγησης μπορούν να συμβάλλουν στην ενεργοποίηση ποικίλλων ψυχολογικών διεργασιών, όπως η φαντασία, η μνήμη, η προσοχή έως την διεύρυνση της ενεργητικής κοινωνικο-ηθικής δεκτικότητας του ακροατή (Πουρκός, 2010).
Ο Egan (1999) υποστηρίζει ότι τα κλασσικά παραμύθια έχουν μια σημαντική δύναμη στο να ασκούν την φαντασία των μικρών παιδιών στο πλαίσιο της σχολικής τάξης, ενώ η δραματοποίηση ιστοριών μπορεί να λειτουργήσει ως μια πρώιμη μορφή διδασκαλίας και μάθησης μέσα στο σχολικό πλαίσιο. Από έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί φαίνεται πως η αφήγηση παραμυθιών και ιστοριών, καθώς και η επαφή των παιδιών με ένα ευρύ φάσμα κειμένων από την παραδοσιακή λογοτεχνία, συμβάλλει σε :
q  Καλύτερη γνώση του εαυτού και των άλλων, ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης (Mello, 2001)
q     Ανάπτυξη υγιούς αυτοαντίληψης (Paley, 1990), αίσθησης της ταυτότητας
q   Αύξηση της φαντασίας (Gallas, 1994),
q   Ανάπτυξη μιας ανθρώπινης ηθικής (Zipes, 1997)
q   Ενίσχυση της πολιτισμικής ευαισθησίας (McCabe, 1997) όταν τα παιδιά εκτίθενται σε αφήγηση ιστοριών από διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια

Σημειώνεται ωστόσο, πως λίγες έρευνες έχουν διεξαχθεί στο συγκεκριμένο τομέα, καθώς η επίδραση της αρχαίας παράδοσης της αφηγηματικής τέχνης στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών και την ανάπτυξη μαθησιακών ικανοτήτων είναι δύσκολο να μελετηθεί με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια (Κουρκούτας, 2010). Αν εξετάσουμε την παγκόσμια ιστορία της προφορικής αφήγησης, υπό μια ευρύτερη οπτική, θα δούμε πως αναφαίνονται δυο είδη αφήγησης με σκοπό την ψυχική υγεία: α) αυτό που αποσκοπεί στην διατήρηση της ψυχικής υγείας και δρα σε προληπτικό επίπεδο και β) αυτό που στοχεύει στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας και λειτουργεί ως θεραπευτικό μέσο (Πελασγός, 2ΟΟ7).

Επίλογος
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως το παραμύθι είναι η πρώτιστη μορφή με την οποία το παιδί μαθαίνει να διαβάζει το μυαλό του με την γλώσσα των εικόνων- συμβόλων, τη μόνη γλώσσα που επιτρέπει την κατανόηση πριν επιτευχθεί η νοητική ωριμότητα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Campbel (2001), το λαϊκό παραμύθι είναι το αλφαβητάρι της εικόνας της ψυχής. Η ιδιαίτερη συμβολή των παραμυθιών στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, αναδύεται στο διαχρονικό μήνυμα που αυτά μεταφέρουν: οι δυσκολίες, συχνά απρόοπτες και άδικες, συνοδεύουν αναπόφευκτα την ανθρώπινη πορεία, αν όμως κανείς τις αντιμετωπίσει με θάρρος, τότε κυριαρχεί στα εμπόδια και ανακηρύσσεται νικητής.

 Η κατανόηση της δυναμικής που παρουσιάζεται στο ταξίδι που αναλαμβάνει ο ήρωας/η ηρωίδα του παραμυθιού και τυπικά οδηγεί από την δυστυχία στην υψηλότερη ολοκλήρωση, μπορεί να μας αποκαλύψει διάφορους τρόπους για να βοηθήσουμε, ως θεραπευτές ή ψυχοπαιδαγωγοί, τα παιδιά, αλλά συχνά και τους ενήλικες, στην ανηφορική πορεία της ζωής τους. Χρειάζεται ωστόσο να θυμόμαστε πως καμία τεχνική ή μέθοδος δεν μπορεί να απαντήσει ολόπλευρα στις πολυδιάστατες ανάγκες των παιδιών, συναισθηματικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές, γνωστικές, βιολογικές. Ως εκ τούτου, τα παραμύθια έρχονται να λειτουργήσουν επικουρικά και συμπληρωματικά στο φάσμα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται σε ένα ψυχοπαιδαγωγικό ή θεραπευτικό πλαίσιο παρέμβασης.
______________
Το παρόν άρθρο βασίζεται στην ανακοίνωση των Σ.Δουλάμη & Α.Σ Αντωνίου με τίτλο:  Η γοητεία των παραμυθιών:  Χρήση και αξιοποίηση τους στο χώρο της ειδικής αγωγής, στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών εκπαίδευσης, Αθήνα 27-30 Μαϊου 2010 



Βιβλιογραφικές παραπομπές 
q Bettelheim, Μ. (1995). Η Γοητεία των Παραμυθιών. Μια Ψυχαναλυτική Προσέγγιση. Αθήνα: Γλάρος.  
q   Brun, B., Pedersen, E. & Runderg, M. (1993). Symbols of the Soul. Therapy and Guidance through Fairy Tales. London: Jessica Kingsley Publisher
q  Cooper, J.C. (2007). Ο Θαυμαστός κόσμος των παραμυθιών. Αλληγορίες της Εσωτερικής ζωής. Πορεία προς την Ωριμότητα. (ε’ έκδοση). Αθήνα: Θυμάρι
q Egan, K. (1999). Children's minds: Talking rabbits and clockwork oranges. NY: Teachers College Press.
q   Elliade, M. (1991). Εικόνες και Σύμβολα. Το συλλογικό υποσυνείδητο.Αθήνα: Αρσενίδης
q   Gallas, K. (1994). The languages of learning: How children talk, write, dance, draw, and sing their understanding of the world. N.Y: Teachers College Press.
q  Gersie, A. & King, N. (1992). Story making in Education and Therapy. (2nd ed). London: Jessica Kingsley Publishe
q  Gottman, J. (2000). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη των Παιδιών. Πώς να μεγαλώνουμε παιδιά με συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
q   Grimm, J. &V. (2006). Τα παραμύθια των αδελφών Γκρίμμ. (Τόμος Α΄) Αθήνα: Άγρα
q Jung, C. & Kerenyi, C. (2008). Η Επιστήμη της Μυθολογίας. Αθήνα: Ιάμβλιχος
q  Κουρκούτας, Η. (2010). Ψυχαναλυτική προσέγγιση των παραμυθιών και η χρήση παιδικών ιστοριών στην Ψυχοθεραπεία και την Ειδική Αγωγή. Στο Πουρκός, Μ (επιμ). Τέχνη Παιχνίδι Αφήγηση. Ψυχολογικές και Ψυχοπαιδαγωγικές Διαστάσεις. (σελ 481-521).Αθήνα: Τόπο 
q  McCabe, A. (1997). Cultural background and storytelling: A review and implications for schooling. The Elementary School Journal, 97(5), 453-473.
q  Mello, R. (2001). The Power of Storytelling: How Oral Narrative Influences Children's Relationships in Classrooms. International Journal of Education & the Arts, 2 (1). 
http://www.ijea.org/v2n1/
q       Paley, V.G. (1990). The boy who would be a helicopter: The uses of storytelling in the classroom. Cambridge, MA: Harvard University Pressello, R. (2001). 
q       Πελασγός, Σ. (2ΟΟ7). Τα Μυστικά του Παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης. Αθήνα: Μεταίχμιο
q   Προύσαλης, Δ. (2010). Λαϊκό παραμύθι και αφηγητής: όταν η τελευταία λέξη για τον κόσμο δεν έχει ακόμα ειπωθεί. Στο Πουρκός, Μ (επιμ). Τέχνη Παιχνίδι Αφήγηση. Ψυχολογικές και Ψυχοπαιδαγωγικές Διαστάσεις. (σελ 469-480). Αθήνα: Τόπος
q   Winnicott,  D. (2003). Διαδικασίες Ωρίμανσης και Διευκολυντικό Περιβάλλον. Μελέτες για την θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης. Αθήνα:  Ελληνικά Γράμματα
q   Von Franz, M.L. (1996). The Interpretation of Fairy Tales. (Rev. ed). Boston: Shambhala publications
q   Vygotsky, L.S.(1971/2010). Τέχνη και Ζωή (μτφ. Μ.Πουρκός). Στο Πουρκός, Μ (επιμ). Τέχνη Παιχνίδι Αφήγηση. Ψυχολογικές και Ψυχοπαιδαγωγικές Διαστάσεις. (σελ 141-167).Αθήνα: Τόπος
q  Zipes, J. (1994). Fairy Tale as Myth, Myth as Fairy Tale.  Lexington:  University of Kentucky Press